Υπήρξε μια στιγμή, τον Φεβρουάριο του 2022, που η Ελλάδα πίστεψε ότι κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και τρόμαξε. Ένα παιδί, δεκαεννέα χρονών, δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη επειδή βρέθηκε μπροστά σε μια ερώτηση που σε μια κανονική κοινωνία θα ακουγόταν γελοία: «Τι ομάδα είσαι;». Το όνομά του ήταν Άλκης Καμπανός. Για μερικές εβδομάδες η χώρα μιλούσε μόνο γι’ αυτό. Πανό στα γήπεδα, δηλώσεις πολιτικών, hashtags, υποσχέσεις ότι «αυτό δεν θα ξανασυμβεί». Για λίγο φάνηκε ότι η κοινωνία είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο όπου η φρίκη δεν μπορούσε πια να περάσει σαν άλλη μία είδηση. Αλλά στην Ελλάδα οι τραγωδίες έχουν μικρή διάρκεια ζωής. Ζουν λίγο, κάνουν θόρυβο, γεμίζουν τα δελτία ειδήσεων και μετά εξαφανίζονται σαν stories στο κινητό. Το timeline συνεχίζει κανονικά. Και μαζί του συνεχίζει και η χώρα.
Τρία χρόνια μετά τον Άλκη, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στο ίδιο σημείο. Στη Θεσσαλονίκη, στην Καλαμαριά, ένας 20χρονος πέφτει νεκρός ύστερα από οπαδική επίθεση. Ένα ακόμη παιδί, μια ακόμη οικογένεια, ένα ακόμη όνομα που θα μπει για λίγο στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης πριν χαθεί μέσα στον θόρυβο.
Και ξαφνικά όλοι αναρωτιούνται πάλι πώς φτάσαμε εδώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν φτάσαμε πουθενά. Απλώς συνεχίσαμε. Έχουμε μια παράξενη σχέση με τη βία των γηπέδων. Τη φοβόμαστε, τη καταδικάζουμε, αλλά ταυτόχρονα την ανεχόμαστε σαν ένα είδος σκοτεινής παράδοσης. Οι εξέδρες λειτουργούν σαν μικρές φυλές, με σημαίες, συνθήματα και έναν θυμό που συχνά μοιάζει πιο σημαντικός από το ίδιο το παιχνίδι.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας αγώνας μπάσκετ στη Γλυφάδα έδωσε μια μικρή σκηνή από το ίδιο έργο. Πανιώνιος εναντίον Ολυμπιακού. Ο Εβάν Φουρνιέ, ακούει τα εξ αμάξης και κινείται προς έναν οπαδό στα court seats που τον προκαλεί. Το παιχνίδι σταματά, οι συμπαίκτες τον τραβούν πίσω, οι διαιτητές επεμβαίνουν, η ένταση ανεβαίνει. Ο παίκτης αποβάλλεται. Ο φίλαθλος βγαίνει από το γήπεδο. Και το παιχνίδι συνεχίζεται σαν να μην έγινε τίποτα. Στο τέλος ο Γιώργος Μπαρτζώκας κοιτάζει προς την εξέδρα και λέει κάτι που ακούγεται λιγότερο σαν παράπονο και περισσότερο σαν διάγνωση μιας κοινωνίας: ακόμη και στις court seats υπάρχουν άνθρωποι που δεν σέβονται τίποτα.
Αν το σκεφτείς ψύχραιμα, αυτή η σκηνή είναι κάτι περισσότερο από ένα επεισόδιο σε έναν αγώνα μπάσκετ. Είναι μια μικρή φωτογραφία της εποχής. Γιατί η βία δεν ξεκινά πάντα με μαχαίρια. Συνήθως ξεκινά με φωνές. Με μια κουλτούρα όπου η προσβολή είναι μέρος του θεάματος. Όπου η ένταση θεωρείται φυσιολογική. Όπου το γήπεδο δεν είναι χώρος παιχνιδιού αλλά χώρος εκτόνωσης. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει μια γενιά που δεν βλέπει τίποτα περίεργο σε όλα αυτά.
Τα παιδιά σήμερα δεν μεγάλωσαν σε μια κοινωνία που φοβόταν τη βία. Μεγάλωσαν σε μια κοινωνία που τη βλέπει κάθε μέρα στην οθόνη της. Στα βίντεο, στα memes, στα comments. Σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου ο εξευτελισμός του άλλου είναι μορφή ψυχαγωγίας. Η κακοποίηση δεν είναι πια μια ντροπιαστική σκηνή στην αυλή ενός σχολείου. Είναι περιεχόμενο. Έχει κοινό. Και όταν η βία έχει κοινό, γίνεται πιο εύκολη. Έτσι φτάνεις σε μια εποχή όπου παιδιά δεκαέξι ή δεκαεπτά χρονών κάνουν πράγματα που παλιότερα θα τρόμαζαν ακόμη και τους ίδιους τους μεγάλους. Όχι επειδή είναι πιο κακά. Αλλά επειδή μεγάλωσαν σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν λίγο λιγότερο πραγματικά.
Ο πόνος γίνεται εικόνα. Η ταπείνωση γίνεται challenge. Η βία γίνεται story που θα εξαφανιστεί σε είκοσι τέσσερις ώρες. Και τότε η πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει με παιχνίδι. Γι’ αυτό και η ερώτηση «γιατί δεν μάθανε τα παιδιά τίποτα από τον Άλκη» είναι κάπως άδικη. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να μάθουν, γιατί δεν μάθαμε πρώτα εμείς.
Δεν αλλάξαμε τη γλώσσα της βίας στα γήπεδα. Δεν αλλάξαμε την κουλτούρα του δημόσιου εξευτελισμού στο διαδίκτυο. Δεν αλλάξαμε τον τρόπο που μιλάμε, που θυμώνουμε, που μετατρέπουμε κάθε διαφωνία σε καυγά. Αφήσαμε τον κόσμο ακριβώς όπως ήταν. Και τώρα κοιτάμε μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον κόσμο και απορούμε γιατί συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε γήπεδο. Η μνήμη από μόνη της δεν αλλάζει τίποτα.
Μπορείς να γράψεις ένα όνομα σε έναν τοίχο, να σηκώσεις ένα πανό σε μια εξέδρα, να πεις «ποτέ ξανά» μπροστά σε μια κάμερα. Αλλά αν ο κόσμος γύρω από αυτά τα λόγια παραμένει ίδιος, τότε το μόνο που κάνεις είναι να μετατρέπεις μια τραγωδία σε σύμβολο. Αλλά τα σύμβολα δεν αλλάζουν κοινωνίες. Οι κοινωνίες αλλάζουν όταν αλλάζουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Και στην Ελλάδα οι κανόνες δεν άλλαξαν ποτέ. Γι’ αυτό και σήμερα η ερώτηση δεν είναι μόνο γιατί δεν μάθανε τα παιδιά. Η ερώτηση είναι πιο βαριά. Γιατί δεν μάθαμε εμείς;
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





