Πενήντα χρόνια μετά, το All the President’s Men (Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου) δεν στέκεται απλώς ως μια καλή ταινία για τη δημοσιογραφία. Στέκεται ως ένα παράδοξο. Μια κινηματογραφική επιτυχία που γεννήθηκε από μια ιστορία την οποία το κοινό είχε ήδη κουραστεί να ακούει. ΤοΣκάνδαλο Γουότεργκεϊτ δεν ήταν πια αποκάλυψη ήταν βάρος. Κι όμως μέσα σε αυτό το κλίμα κόπωσης, μια ταινία χωρίς “κακούς”, χωρίς έρωτα, χωρίς όπλα, κατάφερε να γίνει σημείο αναφοράς.
Η αρχική σύλληψη του Ρόμπερτ Ρέντφορντ ήταν σχεδόν αντι-Χολιγουντιανή. Ένα μικρό, χαμηλού κόστους φιλμ, με άγνωστους ηθοποιούς, επικεντρωμένο αποκλειστικά στην επιμονή δύο ρεπόρτερ της Washington Post. Όταν επικοινώνησε με τον Μπομπ Γούντγουορντ και τον Καρλ Μπέρνστιν, συνάντησε αρχικά αδιαφορία, έπειτα άρνηση και τελικά μια διστακτική αποδοχή. Η ιδέα του να γίνουν ταινία δεν τους ενθουσίαζε γιατί έμοιαζε σαν να μεταφράζεται η έρευνα σε θέαμα. Όλα άλλαξαν όταν το βιβλίο τους εκτοξεύτηκε σε πωλήσεις το 1974. Ο Ρέντφορντ αγόρασε τα δικαιώματα για σχεδόν μισό εκατομμύριο δολάρια και η μικρή ταινία έπαψε να είναι επιλογή.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δημιουργικό αλλά και συγκυριακό. Είχε περάσει μόλις ένας χρόνος από την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον, και τα στούντιο θεωρούσαν ότι το κοινό ήθελε περισσότερο να ξεχάσει to σκάνδαλο παρά να επιστρέψει σε αυτό. Η Warner Bros τελικά μπήκε στο πρότζεκτ αλλά χωρίς να πολυπιστεύει το εγχείρημα. Αυτό που έγειρε την πλάστιγγα ήταν το πακέτο. Σεναριογράφος ο Γουίλιαμ Γκόλντμαν, σκηνοθέτης ο Άλαν Τζέι Πάκουλα και η παρουσία του Ντάστιν Χόφμαν δίπλα στον ίδιο τον Ρέντφορντ. Ένα καστ και μια δημιουργική ομάδα που μετέτρεψαν ένα “δύσκολο” θέμα σε επένδυση με προοπτική.

Ακόμη κι έτσι τίποτα δεν προχώρησε ομαλά. Το πρώτο σενάριο του Γκόλντμαν απορρίφθηκε τόσο από τον Ρέντφορντ όσο και από τους ίδιους τους Γούντγουορντ και Μπέρνστιν. Ο τελευταίος μάλιστα μαζί με τη Nora Ephron, επιχείρησε τη δική του εκδοχή προκαλώντας ένταση. Η τελική μορφή του σεναρίου προέκυψε μέσα από διαδοχικές επεξεργασίες, συγχωνεύσεις και παρεμβάσεις, μια συλλογική δουλειά που κατέληξε να χαρίσει στον Γκόλντμαν το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου, αλλά άφησε τον ίδιο με πικρή γεύση από τη διαδικασία.
Το κρίσιμο στοιχείο ήρθε από τον Πάκουλα. Αντί να ακολουθήσει μια αυστηρά ντοκιμαντερίστικη γραμμή, επέλεξε μια ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και τη δραματουργία. Επειδή κοινό γνώριζε ήδη τα γεγονότα, αυτό που χρειαζόταν ήταν ένας τρόπος να τα ξαναζήσει. Έτσι η ταινία δεν προσπαθεί να αποκαλύψει το “τι”, αλλά να αναδείξει το “πώς”. Τη διαδικασία, την επιμονή και τη φθορά της έρευνας.

Η αισθητική σφραγίδα του Γκόρντον Γουίλις ενίσχυσε αυτή την προσέγγιση. Τα σκοτεινά πλάνα στο γκαράζ, με τον Βαθύ Λαρύγγι να εμφανίζεται σχεδόν σαν φάντασμα, και οι φωτισμένες αλλά ψυχρές αίθουσες σύνταξης δημιουργούν έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι πάντα αποσπασματική. Ο Γουίλις με τη λογική του λιγότερο είναι περισσότερο, αφαίρεσε αντί να προσθέσει, κρατώντας το κάδρο καθαρό και λειτουργικό και κάθε πλάνο έπρεπε να δίνει πληροφορία.

Παράλληλα, η μουσική του Ντέιβιντ Σάιρ κινείται σε χαμηλούς τόνους σχεδόν διακριτικά, υποστηρίζοντας χωρίς να καθοδηγεί. Οι ερμηνείες των Χόφμαν και Ρέντφορντ αποφεύγουν κάθε ηρωισμό. Οι χαρακτήρες τους δεν είναι μεγαλύτεροι από τη ζωή, είναι μέσα στη ζωή, μέσα στην επανάληψη, στα τηλεφωνήματα που δεν απαντώνται, στις πόρτες που δεν ανοίγουν.

Το πιο δύσκολο στοίχημα για τον Γκόλντμαν ήταν να συμπυκνώσει ένα εκτενές βιβλίο σε μια αφήγηση που να λειτουργεί κινηματογραφικά, χωρίς να προδώσει την ακρίβεια. Η λύση ήταν η εστίαση στα απολύτως απαραίτητα. Σε ένα “αστυνομικό” φιλμ χωρίς καταδίωξη, όπου το έγκλημα είναι οικονομικό και οι ένοχοι είναι ονόματα σε επιταγές. Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος, ήταν μια ιστορία όπου το κοινό ήξερε ήδη “ποιος το έκανε”, συνεπώς το ενδιαφέρον έπρεπε να μετατοπιστεί αλλού. Τελικά μετατοπίστηκε στη διαδικασία της αποκάλυψης.

Η πρεμιέρα δεν προμήνυε τίποτα από όσα θα ακολουθούσαν. Το κοινό αρχικά αντέδρασε με αμηχανία και κάποιοι αποχώρησαν, θεωρώντας την ταινία “βαριά” ή ακόμη και “πολιτική επίθεση”. Όμως η σιωπή στην αίθουσα δεν ήταν αδιαφορία,ήταν απορρόφηση. Όταν ήρθε η πρώτη ανάσα χιούμορ, το κοινό γέλασε. Είχαν ήδη “μπει” μέσα στην ιστορία.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του All the President’s Men. Κατάφερε να μετατρέψει μια γνωστή υπόθεση σε εμπειρία αγωνίας. Χωρίς υπερβολές χωρίς τεχνητές κορυφώσεις. Με μια εμμονή στη λεπτομέρεια που, πενήντα χρόνια μετά, μοιάζει σχεδόν αδιανόητη για τα σημερινά δεδομένα του Χόλιγουντ.
Δεν είναι τυχαίο ότι καμία άλλη ταινία για τη δημοσιογραφία, με εξαίρεση ίσως την ταινία The Post: Απαγορευμένα μυστικά, δεν κατάφερε να την ξεπεράσει. Όχι επειδή δεν υπήρξαν καλές απόπειρες, αλλά γιατί εδώ όλα λειτούργησαν συγχρονισμένα. Σενάριο, σκηνοθεσία, φωτογραφία, ερμηνείες. Μια συλλογική προσπάθεια που κόντρα στην επιφύλαξη των στούντιο και την κόπωση του κοινού, κατέληξε να γραφτεί στην ιστορία. Το πιο διαχρονικό της στοιχείο είναι ότι δείχνει τη δημοσιογραφία όχι ως ηρωική πράξη αλλά ως επίμονη εργασία. Όχι ως στιγμή αλλά ως διάρκεια. Όχι ως αποκάλυψη αλλά ως διαδρομή.





