Skip to main content

Όταν κάποιος φεύγει, αυτό που μένει πίσω δεν είναι το βιογραφικό του. Είναι τα πράγματα που δεν σκέφτηκε ποτέ να πετάξει. Ένα παντελόνι γεμάτο γράμματ και γραμμές. Ένας σταυρός. Ένα γραφείο με λεκέδες καφέ. Μια πολυθρόνα τοποθετημένη στρατηγικά, όχι για άνεση αλλά για επιβίωση. Τα αντικείμενα που αγαπήθηκαν δεν έχουν αισθητική. Έχουν μνήμη. Όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή, αυτό που μένει πίσω δεν είναι το βιογραφικό του. Είναι τα πράγματα που δεν σκέφτηκε ποτέ να πετάξει. Δεν είναι “τι άφησαν πίσω”, αλλά τι κουβαλούσαν μαζί τους όσο ζούσαν. Οι ζωές δεν τελειώνουν όταν σταματά η αναπνοή. Τελειώνουν όταν τα αντικείμενα χάνουν τη χρήση τους και γίνονται “πράγματα”. Όσο τα αγγίζουμε και θυμόμαστε γιατί ήταν απαραίτητα, οι άνθρωποι παραμένουν παρόντες όχι ως μνήμη, αλλά ως συνήθεια.

Βαλ Κίλμερ — Τα λευκά παντελόνια

Τα λευκά παντελόνια του Βαλ Κίλμερ δεν είναι ρούχο. Είναι ημερολόγιο. Επάνω τους υπάρχουν λέξεις, σύμβολα, ονόματα, μισές σκέψεις. Όχι για να διαβαστούν. Για να μην χαθούν .Ο Κίλμερ δεν σταματούσε ποτέ να δημιουργεί. Έγραφε παντού: σε χαρτιά, σε φωτογραφίες, σε αντικείμενα, στο ίδιο του το σώμα. Μετά την ασθένεια, όταν η φωνή χάθηκε, το γράψιμο αντικατάστησε την ομιλία του. Τα παντελόνια αυτά είναι μια απόδειξη ότι ο κόσμος, για εκείνον, δεν ήταν σκηνικό, ήταν ένας καμβάς ζωής.

Όζι Όζμπορν – Δύο σταυροί

Ο ένας φτιαγμένος από μέταλλο που είχε δουλευτεί από τον πατέρα του. Ο άλλος χρυσός, αγορασμένος όταν η μουσική άρχισε να γεμίζει τον τραπεζικό του λογαριασμό. Ο Όζι Όζμπορν είχε δεκάδες σταυρούς. Αλλά δύο μόνο κουβαλούσε πάντα. Όχι από θρησκευτική ευλάβεια. Από μνήμη. Ο πρώτος του θύμιζε από πού ξεκίνησε. Ο δεύτερος τι κατάφερε να μετατρέψει σε χρυσάφι. Όταν ένα αντικείμενο χτυπά πάνω στο στήθος σου κάθε βράδυ στη σκηνή, παύει να είναι σύμβολο. Γίνεται ρυθμός ζωής.

Μαριάν Φέιθφουλ — Το γραφείο

Το γραφείο της Μαριάν Φέιθφουλ δεν είχε τίποτα μυθικό. Μαύρο, λακαρισμένο, φορτωμένο χαρτιά, σημειώσεις, CD, τετράδια. Ήταν το μέρος όπου επαναδιεκδικούσε τον εαυτό της. Σε μια ζωή όπου υπήρξε μούσα, σκάνδαλο, εξάρτηση, κατάρρευση, η γραφή ήταν ο μόνος χώρος ελέγχου. Εκεί έγραφε τραγούδια.
Εκεί έγραφε λίστες. Εκεί ξανάγραφε την ιστορία της, αυτή τη φορά με δική της φωνή. Το γραφείο δεν ήταν έπιπλο. Ήταν εργαλείο επιβίωσης.

Ολιβιέρο Τοσκάνι — Οι σέλες

Ο Τοσκάνι δεν αγαπούσε τα άλογα ρομαντικά. Τα αγαπούσε απόλυτα. Η ιστορία του περνά μέσα από άλογα και σέλες. Σέλες ειδικής κατασκευής. Καμία έκπτωση στην ποιότητα. Οι σέλες του δεν ήταν για επίδειξη. Ήταν φτιαγμένες για χρήση, για ένταση, για έλεγχο. Όπως και οι εικόνες του. Όπως και οι καμπάνιες του. Για τον Τοσκάνι, το αντικείμενο δεν ήταν συμπλήρωμα ζωής. Ήταν δήλωση χαρακτήρα. Όλα ή τίποτα.

Κίττυ Ντουκάκις — Το μπλε ταγέρ

Δεν φόρεσε νυφικό. Φόρεσε ένα απλό μπλε ταγέρ. Η Κίττυ Ντουκάκις παντρεύτηκε χωρίς τελετουργία, χωρίς παράσταση, χωρίς σύμβολα που δεν την εξέφραζαν. Το ρούχο της δεν ήταν δήλωση μόδας. Ήταν δήλωση στάσης. Σε μια ζωή δίπλα στην πολιτική εξουσία, η ίδια επέλεξε απλότητα. Και αργότερα, επέλεξε να μιλήσει δημόσια για τον εθισμό και την κατάθλιψη, όταν αυτό δεν ήταν αποδεκτό. Το ταγέρ έμεινε όχι γιατί ήταν «ιστορικό», αλλά γιατί ήταν αληθινό.

Άντρεα Γκίμπσον — Το πιάνο με τα ποιήματα

Όταν το σώμα περιορίζεται, ο χώρος γίνεται σημαντικός. Το πιάνο της Άντρεα Γκίμπσον καλύφθηκε με στίχους αγάπης, Neruda, Rumi, φίλοι, σύντροφοι. Δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν απόπειρα να ντυθεί ο κόσμος με λέξεις. Το πιάνο έγινε επιφάνεια τρυφερότητας. Ένα αντικείμενο που δεν έπαιζε μόνο μουσική, αλλά κρατούσε συναίσθημα.

Μπράιαν Γουίλσον — Η πολυθρόνα

Ο Μπράιαν Γουίλσον δεν ζητούσε απομόνωση. Ζητούσε ασφάλεια. Η πολυθρόνα του τον ακολουθούσε παντού: συναυλίες, περιοδείες, σπίτι. Εκεί καθόταν πριν βγει στη σκηνή. Εκεί παρακολουθούσε τον κόσμο να περνά γύρω του. Η πολυθρόνα ήταν το σημείο όπου ο θόρυβος έπεφτε. Για έναν άνθρωπο που πάλευε μια ζωή με το μυαλό του, η πολυθρόνα ήταν καταφύγιο. Ένα σπίτι μέσα στο σπίτι. Ένας τρόπος να αντέχει.

Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι αναμνηστικά. Είναι αποδείξεις καθημερινότητας. Όχι τι πέτυχαν αυτοί οι άνθρωποι, αυτό το ξέρουμε. Αλλά πώς έζησαν όταν δεν τους έβλεπε κανείς.

Πηγή: New York Times Magazine