Υπάρχει κάτι ελαφρώς αμήχανο στην Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Τα ανθοπωλεία γεμίζουν κόκκινο, τα ζαχαροπλαστεία γυαλίζουν τις βιτρίνες τους, τα εστιατόρια διπλασιάζουν τα κεριά. Κι όμως, ο έρωτας σπάνια μοιάζει με βιτρίνα. Μοιάζει περισσότερο με αιφνίδια μετατόπιση του χρόνου, με εκείνη τη μικρή ρωγμή μέσα στη μέρα όπου όλα αλλάζουν κλίμακα: η φωνή κάποιου γίνεται το κέντρο του δωματίου, ένα άγγιγμα αποκτά βάρος ιστορίας, ένα βλέμμα επιμηκύνει το παρόν.
Σε μια εποχή κυνικής διαύγειας, η ποίηση παραμένει ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου ο έρωτας δεν χρειάζεται να απολογηθεί για την υπερβολή του. Οι ποιητές δεν τον αντιμετωπίζουν ως γεγονός, αλλά ως καιρικό φαινόμενο: έρχεται, πλημμυρίζει, ανατρέπει τη λογική διάταξη των πραγμάτων. Ο χρόνος γίνεται «πηχτός κι αδιαίρετος», όπως γράφει η Αγγελάκη-Ρουκ. Το σώμα αποκτά δική του γεωγραφία, όπως στη Χατζηλαζάρου. Μια τυχαία συνάντηση μετατρέπεται σε μυστική αναβίωση, όπως στον Καβάφη. Δύο καρέκλες σε έναν κήπο κρατούν τη θέση της απουσίας, όπως στον Ρίτσο.
Η ποίηση δεν εξιδανικεύει απλώς τον έρωτα· τον παρατηρεί την ώρα που συμβαίνει. Στη σιωπή ενός μεσημεριού, στα μισόκλειστα μάτια, σε μια στιγμή πριν από το φιλί. Καταγράφει την αμηχανία, την ορμή, την απώλεια και την προσμονή με την ίδια ακρίβεια. Και μας θυμίζει ότι ο έρωτας δεν είναι ποτέ μόνο συναίσθημα· είναι μεταβολή της πραγματικότητας.
Ίσως γι’ αυτό, κάθε 14 Φεβρουαρίου, αντί για έτοιμες φράσεις, επιστρέφουμε στις λέξεις των ποιητών. Όχι για να μάθουμε τι είναι ο έρωτας — αυτό το ξέρει το σώμα πριν από τη σκέψη — αλλά για να τον αναγνωρίσουμε όταν συμβαίνει. Για να δούμε πώς, μέσα σε λίγους στίχους, χωράει η πλημμύρα που δεν χωράει πουθενά αλλού.
Σάρκα και κορμί, της Μάτσης Χατζηλαζάρου
Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός και οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω – μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
«Ποιήματα 1944-1985», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα (1989).
Ο χρόνος του ερωτευμένου, της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ
Ο χρόνος είν’ αλλιώτικος για τον ερωτευμένο
δεν είναι πρακτικός
χωρίς αποτέλεσμα λήγουν οι στιγμές
το μέλλον φτιάχνεται με τα πιο ωραία θέματα
της χτεσινής αγάπης
για θάνατο λογιέται ο χωρισμός
όταν τελειώνει το αίσθημα
δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του.
Ως ν’ απαντήσω στον μπακάλη
πρωτοχαιρετιστήκαμε
και μέσα άρχισε ξανά
ο διάλογος μ’ εσένα
ευφορία πρώτη φωνή αναγνώρισης:
φεύγω ανάλαφρη με τη σακούλα
αν έχεις προλάβει να μ’ αγγίξεις
σκυφτή, αν έχει ξανάρθει
το φοβερό βλέμμα τ’ αποχωρισμού.
Αδειάζω, όλ’ αδειάζω
τη στιγμή απ’ το παρόν
και μπαίνω σ’ άλλο τώρα
πηχτό κι αδιαίρετο.
«Ποίηση, 1963-2011, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ» εκδόσεις Καστανιώτη

Το διπλανό τραπέζι, του Κ.Π. Καβάφη
Θάναι μόλις είκοσι δυο ετών.
Κι όμως εγώ είμαι βέβαιος που, σχεδόν τα ίσα
χρόνια προτήτερα, το ίδιο σώμα αυτό το απήλαυσα.
Δεν είναι διόλου έξαψις ερωτισμού.
Και μοναχά προ ολίγου μπήκα στο καζίνο·
δεν είχα ούτε ώρα για να πιώ πολύ.
Το ίδιο σώμα εγώ το απήλαυσα.
Κι αν δεν θυμούμαι, πού — ένα ξέχασμά μου δεν σημαίνει.
A τώρα, να, που κάθησε στο διπλανό τραπέζι
γνωρίζω κάθε κίνησι που κάμνει — κι απ’ τα ρούχα κάτω
γυμνά τ’ αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.
Επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη. Τα Ποιήματα, Τ. Α’ 1897 – 1918, Ίκαρος 1963
Ύπνος, του Κώστα Ταχτσή
Τα μάτια σου είναι δυο κλειστά παράθυρα
το μεσημέρι και τα χείλια σου
σαν κάποιες σιωπές κοπώσεως
τα πεύκα στο λόφο σταμάτησαν
την πνοή του ανέμου
και στα μαλλιά σου ακινητούνε μνήμες
κάπου, ανάμεσα στο στήθος και τα δάχτυλά σου
αναπαύονται τα πουλιά…
Από τη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα» σε επιμέλεια και επίμετρο Δημήτρη Παπανικολάου (εκδόσεις Γαβριηλίδης).
Ελάχιστο χρονικό του έρωτα, του Γιάννη Ρίτσου
Βιάζονταν πολύ να φιληθούν. Μπήκαν στο σπίτι. Κλείδωσαν.
Τις δυο καρέκλες τις άφησαν στον κήπο. Όσο έλειπαν
τα πουλιά οικειοποιήθηκαν τις καρέκλες τους, τις έκαναν
σκάλες για τα δωμάτια τους. Όταν βράδιασε,
όλα τα κατάπιανε τα φύλλα, χτυπώντας ηδονικά τις γλώσσες τους.
Οι δυο καρέκλες περίμεναν ακόμη σα δυο μικρά ικριώματα
στο χείλος μιας πράσινης μοναξιάς μπροστά στο φεγγάρι.
«Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου», επιλογή Χρύσα Προκοπάκη, εκδόσεις Κέδρος





