Skip to main content

Υπάρχει μια στιγμή κάθε τόσο σε αυτή τη χώρα, που η πολιτική σκηνή μοιάζει με rave πάρτι. Φως, σκοτάδι, ιδρώτας και κανείς δεν ξέρει ποιος χορεύει και ποιος λιποθυμάει. Και τότε εμφανίζεται ο Βαρουφάκης –φάντασμα της ελληνικής πολιτικής νύχτας – να δηλώσει ότι «το 1989 σε πάρτι στο Σίδνεϊ δοκίμασε ecstasy». Το 1989 ρε man. Αυτό δεν είναι ναρκωτικό, είναι αντίκα. Ο άνθρωπος το πήρε τότε, που η Κάιλι ακόμα τραγουδούσε “I Should Be So Lucky” και η Ελλάδα πίστευε ότι το ευρώ θα λύσει όλα τα προβλήματα.

Από τότε πέρασαν 35 χρόνια, τρία μνημόνια, μια χρεοκοπία, μια πανδημία, μια σύγκρουση βαγονιών και μια γενιά που μεγάλωσε με energy drinks, drugs παντού και TikTok. Αλλά το σοκ είναι το ecstasy του Βαρουφάκη. Όχι η διαφθορά, όχι το brain drain, όχι η ακρίβεια. Το χάπι του 1989. Ξέρετε τι άλλο συνέβη το 1989; Έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Έγινε κυβέρνηση συνεργασίας της ΝΔ με το ΚΚΕ !!! Αλλά βέβαια ποιο από τα τρία θα συζητήσουμε; Το χάπι του Γιάνη, προφανώς. Είναι πιο juicy. Και μετά λέει ότι χόρευε 16 ώρες. Φυσικά. Έχετε δει πώς μιλάει; Αν του δώσεις και Red Bull θα μιλάει για έξι μέρες χωρίς ανάσα.

Η ουσία όμως αυτής της δήλωσης βρίσκεται αλλού. Δεν μας τρομάζει το περιεχόμενο της δήλωσης. Μας τρομάζει η ειλικρίνεια της. Εδώ είναι η ρίζα του προβλήματος. Ζούμε σε μια χώρα όπου η μισή κοινωνία διασκεδάζει κάθε Σαββατοκύριακο σε ένα καθεστώς αλκοόλ, ναρκωτικών και υπερβολής, αλλά τη Δευτέρα μεταμορφώνεται σε ηθικό φρουρό που σοκάρεται επειδή ένας πολιτικός ομολογεί ότι δοκίμασε κάτι πριν από τρεις δεκαετίες. Ζούμε σε μια κοινωνία που κατακρίνει το “χόρτο” αλλά αποθεώνει το ξενύχτι, που διασύρει τη λέξη “ουσίες” αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις εξαρτήσεις που την τρέφουν, από το αλκοόλ μέχρι την πολιτική τοξικότητα. Αυτό δεν λέγεται συντηρητισμός λέγεται υποκρισία.

Ο Βαρουφάκης το γνωρίζει καλά. Η συνέντευξη δεν είναι εξομολόγηση, είναι στρατηγική. Είναι επικοινωνιακή κίνηση καλά υπολογισμένη. Δεν λέει κάτι παράνομο. Δεν ενθαρρύνει τη χρήση. Δεν λέει «είναι καλό». Λέει:

το δοκίμασα μια φορά
ήταν ωραία αλλά είχε συνέπειες
δεν το ξανάκανα
το χόρτο μου άρεσε αλλά δεν βρίσκω πια

Είναι δηλαδή μια ασφαλής πρόκληση. Αρκετή για να κάνει ντόρο. Όχι αρκετή για να γίνει σκάνδαλο ουσίας. Είναι ένα controlled burn, όχι πυρκαγιά. Και το πιο σημαντικό, δεν μιλάει για πολιτική. Δεν μιλάει για χρέος, για μνημόνια, για οικονομία. Δεν μιλάει για πολιτική ουσίας. Δεν μιλάει για να απολογηθεί για τις θέσεις του. Δεν μιλάει για τις ευθύνες του. Μιλάει για κάτι πιο εύπεπτο, πιο ανθρώπινο, πιο viral. Στο timeline του 2026, η ιστορία ενός ecstasy του ‘89 έχει περισσότερη αξία από οποιοδήποτε πολιτικό επιχείρημα. Το κόλπο είναι διάφανο. Δεν καταθέτει πολιτική πρόταση, καταθέτει αφήγηση. Τοποθετεί τον εαυτό του όχι ως πολιτικό, αλλά ως pop persona. Και αυτό του επιτρέπει να επανέλθει στην επικαιρότητα χωρίς να πει τίποτα ουσιαστικό για την επικαιρότητα. Είναι μαεστρική μετατόπιση από «πολιτικό που απέτυχε» σε «προσωπικότητα που προκαλεί». Και αυτή είναι μια θέση που τον βολεύει τρομερά περισσότερο.

Η επίμαχη ατάκα όπου φαντάζεται τη Μέρκελ όπως και τον Μητσοτάκη μαστουρωμένους και η αναφορά σε ένα “Android” δεν είναι γλωσσικό λάθος, ούτε αυθόρμητη χοντράδα. Είναι οπτικό υλικό. Είναι αυτό που τα sites λατρεύουν. Κάτι που μπορεί να γίνει τίτλος σε πέντε λέξεις. Δεν χρειάζεται να είναι απολύτως ακριβές, αρκεί να είναι ευανάγνωστο και αναπαραγώγιμο. Ο Βαρουφάκης, που ξέρει καλύτερα από τον καθένα πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί του clickbait, ρίχνει ένα δόλωμα που οι πάντες θα αρπάξουν. Και το αρπάζουν.

Αυτό που αποκάλυψε η συνέντευξη δεν είναι το παρελθόν του Βαρουφάκη. Είναι το παρόν μας. Η συνέντευξη αυτή αποκαλύπτει ότι έχουμε εμμονή με το κουτσομπολιό. Λατρεύουμε την ηθικοπλαστική κριτική. Αποφεύγουμε την ουσιαστική πολιτική συζήτηση και σοκαριζόμαστε με ασήμαντα πράγματα για να μην κοιτάξουμε τα σημαντικά

Ξέρετε τι είναι περίεργο; Όλοι ξέρουμε ότι οι πολιτικοί κάνουν χειρότερα πράγματα από ένα χαπάκι σε ένα πάρτι τρεις δεκαετίες πριν. Αλλά όταν κάποιος το λέει ανοιχτά, ξαφνικά όλοι έγιναν «μην κάνεις αυτό, μην κάνεις εκείνο». Και αυτοί είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που το βράδυ πίνουν σαν να μην υπάρχει αύριο.

Ο Βαρουφάκης δεν έκανε εξομολόγηση. Έκανε στρατηγική. Ένα μικρό “truth bomb” για να κάνει θόρυβο.
Και τα μίντια, social και μη, το έφαγαν όλο. Με το κουτάλι. Αν η κοινωνία μας ήταν χαρακτήρας σε βιβλίο, θα ήταν εκείνος που πνίγεται σε ένα ποτήρι νερό αλλά επιμένει πως η θάλασσα είναι επικίνδυνη.

Στον πλανήτη Χάπι / Κανείς δεν κλείνει μάτι / Κάθε μέρα κι άλλο πάρτι, που λένε και οι Mikro


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.