Skip to main content

Υπάρχει κάτι παράδοξο στη σχέση της αμερικανικής pop κουλτούρας με τη γλώσσα. Εκατομμύρια άνθρωποι τραγουδούν στίχους που δεν καταλαβαίνουν, χορεύουν σε ρυθμούς που δεν μπορούν να εξηγήσουν, αγαπούν καλλιτέχνες χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι λένε. Για χρόνια, αυτό θεωρούνταν ένδειξη πολιτισμικής αυτοπεποίθησης, ένα είδος πολιτισμικής γενναιοδωρίας. Μέχρι που, ξαφνικά, έπαψε να είναι. Ο Bad Bunny έγινε το σημείο όπου αυτή η αυταπάτη έσπασε.

Για σχεδόν μια δεκαετία, η επιτυχία του έμοιαζε ασταμάτητη αλλά ακίνδυνη. Τραγουδούσε σχεδόν αποκλειστικά στα ισπανικά, χωρίς να προσπαθεί να «περάσει» στα αγγλικά. Δεν εξηγούσε τον εαυτό του. Δεν μετέφραζε τους στίχους του. Δεν προσαρμοζόταν. Κι όμως, η μουσική του περνούσε παντού. Στα clubs, στα charts, στα ακουστικά ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση με το Πουέρτο Ρίκο ή τη Λατινική Αμερική. Για πολλούς ακροατές, αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ήταν ακριβώς το ζητούμενο. Ένταξη χωρίς υποχρέωση κατανόησης. Το λάθος ήταν να πιστέψει κανείς ότι αυτή η συνθήκη μπορούσε να αντέξει για πάντα.

Όταν ανακοινώθηκε ότι ο Bad Bunny θα ήταν ο headliner του Super Bowl, το ερώτημα δεν ήταν αν ήταν δημοφιλής. Αυτό ήταν αδιαμφισβήτητο. Το ερώτημα ήταν άλλο, και πολύ πιο άβολο: ποιος μπορεί να εμφανιστεί στη μεγαλύτερη σκηνή της χώρας ως «αυτονόητη» εκδοχή της αμερικανικής ταυτότητας, χωρίς υποσημειώσεις, μεταφράσεις ή διευκρινίσεις. Εκεί, η pop έπαψε να είναι απλώς pop. Έγινε τεστ αντοχής. Ξαφνικά, η μουσική του έπρεπε να εξηγηθεί. Η γλώσσα του να δικαιολογηθεί. Η παρουσία του να αμφισβητηθεί. Δεν είναι ότι ο Bad Bunny άλλαξε. Είναι ότι το πλαίσιο δεν μπορούσε πια να τον χωρέσει. Η αντίδραση που ακολούθησε παρουσιάστηκε ως πολιτική. Στην πραγματικότητα, ήταν πολιτισμική. Ο Bad Bunny δεν άλλαξε στάση, δεν υιοθέτησε νέο λόγο, δεν έγινε πιο αιχμηρός. Το μόνο που άλλαξε ήταν το πλαίσιο. Από αγαπημένος παγκόσμιος σταρ, μετατράπηκε σε σύμβολο. Και τα σύμβολα, ειδικά όταν δεν εξηγούνται, προκαλούν ανασφάλεια.

Το halftime show δεν ήταν μια πρόκληση με την κλασική έννοια. Δεν υπήρξαν συνθήματα, ούτε προσπάθεια να «δώσει μάθημα». Αντίθετα, η αφήγηση κινήθηκε προς τα πίσω, σαν αρχαιολογική ανασκαφή της ίδιας της μουσικής του. Από το σύγχρονο reggaetón προς τους παραδοσιακούς ρυθμούς, από την παγκόσμια pop προς την τοπική μνήμη. Η σκηνή γέμισε εικόνες που έμοιαζαν καθημερινές και ταυτόχρονα φορτισμένες. Ζαχαροκάλαμα, nail salon, κολώνες ηλεκτρικού ρεύματος που υπενθύμιζαν τις διακοπές ρεύματος στο Πουέρτο Ρίκο. Δεν ήταν καταγγελία με ντουντούκα. Ήταν σκηνογραφία μνήμης. Ήταν μια παράσταση που δεν ζητούσε συναίνεση. Ζητούσε παρακολούθηση.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν ήταν η ένταση της αντίδρασης, αλλά η φύση της. Πολλοί από εκείνους που ενοχλήθηκαν δεν μπορούσαν να κατονομάσουν ακριβώς τι τους ενοχλούσε. Δεν ήταν οι στίχοι, συχνά δεν τους καταλάβαιναν. Δεν ήταν ο ρυθμός, τον είχαν ήδη αποδεχτεί. Ήταν το γεγονός ότι, αυτή τη φορά, η μουσική δεν παρουσιαζόταν ως φιλοξενούμενη, αλλά ως κεντρική αφήγηση. Δεν υπήρχε μετάφραση. Δεν υπήρχε επεξήγηση. Δεν υπήρχε άδεια. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ρήξη Το αμερικανικό mainstream έχει μάθει να ενσωματώνει τα πάντα, αρκεί να περνούν από ένα φίλτρο εξοικείωσης. Η διαφορετικότητα γίνεται αποδεκτή όταν μεταφράζεται, όταν εξηγείται, όταν προσαρμόζεται. Ο Bad Bunny δεν έκανε τίποτα από αυτά. Και παρ’ όλα αυτά, βρέθηκε στο απόλυτο κέντρο της μεγαλύτερης τηλεοπτικής σκηνής της χώρας. Η παράλληλη ύπαρξη ενός εναλλακτικού, «All-American» halftime show έκανε τη ρήξη πιο ορατή. Όχι επειδή ήταν κακό ή αδύναμο, αλλά επειδή λειτουργούσε αμυντικά. Οι λέξεις-κλειδιά όπως πίστη, οικογένεια, πατρίδα, επαναλαμβάνονταν σαν υπενθύμιση ενός σταθερού κόσμου που νιώθει ότι χάνεται. Δεν υπήρχε επίθεση. Υπήρχε νοσταλγία. Και η νοσταλγία, όταν εμφανίζεται τόσο έντονα, είναι συνήθως σημάδι φόβου.

Το αποκορύφωμα της βραδιάς ήρθε σχεδόν αθόρυβα. Ο Bad Bunny σήκωσε μια γαλάζια σημαία, συνδεδεμένη με το κίνημα ανεξαρτησίας του Πουέρτο Ρίκο, και λίγο αργότερα μίλησε για την Αμερική όχι ως κράτος, αλλά ως ήπειρο. Και στη συνέχεια παρέλασε με σημαίες χωρών από ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. «God bless America», είπε, και αμέσως διευκρίνισε, όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά όλες τις Αμερικές. Από τον νότο προς τον βορρά. Από τη Χιλή μέχρι τον Καναδά. Ήταν μια στιγμή που μπορούσε να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ως ύμνος στην ικανότητα της αμερικανικής pop κουλτούρας να αγκαλιάζει το διαφορετικό . Ή ως σχόλιο για τα όριά της.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό σοκ να μην ήταν πολιτικό. Ήταν υπαρξιακό. Το mainstream δεν φοβήθηκε αυτά που ειπώθηκαν. Φοβήθηκε την ιδέα ότι δεν είναι πια εκείνο που ορίζει πώς, σε ποια γλώσσα και με ποιους όρους ο κόσμος γίνεται κατανοητός. Ότι μπορεί να υπάρξει pop επιτυχία χωρίς την έγκρισή του, χωρίς τη γλώσσα του, χωρίς τους όρους του.

Το Super Bowl παραμένει ένα από τα ελάχιστα γεγονότα που ακόμη συγκεντρώνουν εκατομμύρια ανθρώπους γύρω από την ίδια εικόνα. Και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργεί σαν καθρέφτης. Μόλις σβήσουν τα φώτα, όλοι επιστρέφουν στις φυλές τους. Η μουσική δεν τις ενώνει, περισσότερο τελικά τις αποκαλύπτει.

Η αμερικανική pop κουλτούρα ήταν πάντα ισχυρή επειδή ήταν ασταθής, αντιφατική, ανοιχτή στις συγκρούσεις της. Από το Nashville μέχρι το San Juan, από τα αγγλικά μέχρι τα ισπανικά που δεν ζητούν μετάφραση, συνεχίζει να επαναπροσδιορίζεται μέσα από ρήγματα. Ένα έθνος, πολλές φωνές. Μία σκηνή, όλο και λιγότερα φίλτρα. Και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, μια pop στιγμή που δεν ζήτησε άδεια για να υπάρξει.

stegi radio