Το καλοκαίρι του 1969, μπροστά σε σχεδόν μισό εκατομμύριο ανθρώπους στο Woodstock, ένας μουσικός πήρε το μικρόφωνο και ζήτησε από το κοινό να φωνάξει μαζί του ένα γράμμα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το πλήθος τραγουδούσε έναν από τους πιο σατιρικούς και οργισμένους ύμνους κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε εκείνη τη στιγμή ήταν ο Country Joe McDonald, η φωνή της αντιπολεμικής γενιάς των ’60s σίγησε στα 84 του χρόνια. Ο μουσικός που συνέδεσε το όνομά του με το αντιπολεμικό τραγούδι «I Feel Like I’m Fixin’ To Die Rag» και με την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960, πέθανε στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον. Την είδηση επιβεβαίωσε η σύζυγός του, Κάθι ΜακΝτόναλντ, με την οποία ήταν παντρεμένος για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Με τον θάνατό του κλείνει ένα ακόμη κεφάλαιο μιας εποχής όπου η ροκ μουσική δεν ήταν μόνο ψυχαγωγία αλλά και πολιτική πράξη.
Το τραγούδι που τον έκανε διάσημο γράφτηκε το 1965 μέσα σε λιγότερο από μία ώρα. Εκείνη την περίοδο οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να στέλνουν μαζικά στρατεύματα στο Βιετνάμ και η αμερικανική νεολαία βίωνε μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική αναταραχή. Ο McDonald κατέγραψε εκείνη τη διάθεση με έναν σατιρικό μπλουζ ύμνο που κορόιδευε τη στρατιωτική προπαγάνδα και τη λογική του πολέμου. Το «I Feel Like I’m Fixin’ To Die Rag» μετατράπηκε γρήγορα σε σύμβολο του αντιπολεμικού κινήματος. Όταν ο McDonald το ερμήνευσε στο Woodstock το 1969, η στιγμή έμεινε στην ιστορία της ροκ. Μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες θεατές, το τραγούδι έγινε κάτι περισσότερο από μουσική· έγινε συλλογική διαμαρτυρία.
«Ήταν η έκφραση του θυμού και της απογοήτευσής μας για τον πόλεμο στο Βιετνάμ», είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξη χρόνια αργότερα. «Ήταν ένας πόλεμος που κατέστρεφε ζωές και μια ολόκληρη γενιά». Ο Country Joe McDonald υπήρξε βασική μορφή της ψυχεδελικής σκηνής του San Francisco. Στο ίδιο περιβάλλον δημιουργούσαν συγκροτήματα όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane, που διαμόρφωσαν τον ήχο της αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60.
Το 1965 ίδρυσε τους Country Joe and the Fish μαζί με τον κιθαρίστα Barry “The Fish” Melton. Η μπάντα ξεκίνησε από το folk-rock αλλά γρήγορα εξελίχθηκε προς τον ψυχεδελικό ήχο που χαρακτήρισε την εποχή. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, «Electric Music for the Mind and Body», που κυκλοφόρησε το 1967, θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικά έργα της acid rock σκηνής.
Το συγκρότημα εμφανίστηκε στο Monterey Pop Festival και αποτέλεσε μέρος του περίφημου «Summer of Love», μιας περιόδου κατά την οποία η μουσική, η πολιτική και η αντικουλτούρα διασταυρώθηκαν όσο ποτέ άλλοτε. Για πολλούς νέους της εποχής, η ροκ δεν ήταν απλώς διασκέδαση αλλά τρόπος έκφρασης και κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Η πολιτική στάση του McDonald δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική επιλογή. Γεννημένος το 1942 στην Ουάσινγκτον και μεγαλωμένος στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονη πολιτική δραστηριότητα. Πριν στραφεί ολοκληρωτικά στη μουσική, υπηρέτησε στο Αμερικανικό Ναυτικό στα τέλη της δεκαετίας του 1950, εμπειρία που επηρέασε βαθιά τη στάση του απέναντι στον πόλεμο.
Οι σχέσεις του με γνωστούς πολιτικούς ακτιβιστές της εποχής, όπως ο Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin, τον έφεραν ακόμη και στο επίκεντρο μιας από τις πιο γνωστές πολιτικές δίκες της εποχής. Κατά τη διάρκεια της δίκης των διοργανωτών των αντιπολεμικών διαδηλώσεων στο Σικάγο το 1968, ο McDonald κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας. Σύμφωνα με πολλές αφηγήσεις, προσπάθησε μάλιστα να τραγουδήσει το διάσημο τραγούδι του μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, μέχρι που ο δικαστής τον διέκοψε.
Παρότι η φήμη του συνδέθηκε κυρίως με τη δεκαετία του 1960, ο McDonald παρέμεινε ενεργός στη μουσική για πολλές δεκαετίες. Κυκλοφόρησε δεκάδες άλμπουμ, συνεργάστηκε με μουσικούς όπως ο Jerry Garcia των Grateful Dead και συνέχισε να περιοδεύει και να ηχογραφεί μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στη δεκαετία του 1990 συμμετείχε επίσης στην πρωτοβουλία για την κατασκευή ενός μνημείου αφιερωμένου στους βετεράνους του πολέμου στο Βιετνάμ στο Μπέρκλεϊ, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης μετά από μια από τις πιο διχαστικές περιόδους της αμερικανικής ιστορίας.
Η καριέρα του μπορεί να μην είχε τη μαζική εμπορική επιτυχία άλλων καλλιτεχνών της εποχής, αλλά το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της ιστορίας της ροκ. Ο Country Joe McDonald υπήρξε, πάνω απ’ όλα, η φωνή μιας γενιάς που πίστεψε ότι η μουσική μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Και για λίγα λεπτά στο Woodstock, όταν μισό εκατομμύριο άνθρωποι τραγουδούσαν μαζί του ενάντια στον πόλεμο, φαινόταν πραγματικά πως αυτό ήταν δυνατό.





