Skip to main content

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του David Bowie, η παρουσία του στο συλλογικό φαντασιακό θυμίζει παλίρροια. Έρχεται και φεύγει με ρυθμούς που δεν ταιριάζουν σε έναν καλλιτέχνη που αναμόρφωσε σχεδόν κάθε αισθητική παράμετρο της ποπ κουλτούρας. Δεν πρόκειται για απουσία, είναι κάτι πιο περίπλοκο. Είναι η παράξενη ησυχία που αφήνει πίσω του ένας δημιουργός τόσο ριζικά μεταμορφωτικός, όταν το κοινό που θα έπρεπε να τον “κληρονομήσει” μεγαλώνει μέσα σε μια εποχή όπου το σπάσιμο των κανόνων μοιάζει πιο κοστοβόρο από τη συμμόρφωση.

Αν οι στατιστικές των streams ήταν ο μοναδικός δείκτης αξίας, τότε θα έπρεπε να δεχτούμε ότι η μουσική του Bowie “υπολείπεται”. Με μόλις 22 εκατομμύρια μηνιαίους ακροατές στο Spotify, λιγότερους από τον Elvis, λιγότερους από τον Marley, λιγότερους ακόμη και από τον Lennon, θα πίστευε κανείς πως ο Ziggy Stardust κοιμάται πια στη διαστημική του κάψουλα. Αλλά η αλήθεια δεν βρίσκεται στα νούμερα. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Bowie δεν προσέφερε ποτέ στον κόσμο μια εύκολη είσοδο στο έργο του. Δεν ήταν ποτέ καλλιτέχνης των “gateway hits”. Ήταν καλλιτέχνης των “gateway identities”.

Κάθε γενιά έπρεπε να τον ανακαλύψει εκ νέου, να τον ερμηνεύσει σαν προσωπικό μυστικό. Κι αυτό, σήμερα, μοιάζει να γίνεται όλο και πιο σπάνιο. Η δισκογραφία του είναι ένας λαβύρινθος που απαιτεί περιέργεια και χρόνο, δύο πράγματα που οι αλγόριθμοι δεν δίνουν απλόχερα. Δεν είναι τυχαίο ότι το μοναδικό κομμάτι του στο Spotify Billions Club είναι το Under Pressure, όπου τον μοιράζεται με τους Queen. Τα υπόλοιπα τραγούδια του χρειάζονται ανασύσταση πλαισίου, δεν “εξηγούνται” μόνα τους. Δεν είναι one-tap gratification. Το κοινό της γενιάς TikTok μπορεί να μετατρέψει σε παγκόσμιο φαινόμενο την Kate Bush μέσα σε 48 ώρες, αλλά το κάνει επειδή ένα τραγούδι της εξυπηρετεί μια έτοιμη συναισθηματική σκηνή. O Bowie δεν προσφέρει εύκολα τέτοιες σκηνές. Απαιτεί να μπεις στο σύμπαν του, όχι να πάρεις ένα απόσπασμα και να το φορέσεις σαν φίλτρο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Bowie ξεχνιέται.

Είναι ότι δεν μεταφράζεται.

Κι εδώ εμφανίζεται το δεύτερο παράδοξο. Ενώ ο ίδιος ήταν η προσωποποίηση του μελλοντικού βλέμματος, η διαχείριση της κληρονομιάς του λειτουργεί με τρόπους περίεργα συντηρητικούς. Το brand Bowie έχει γεμίσει με εμπορεύματα, κάλτσες, ποδιές, bar stools με το Aladdin Sane flash. Αν ένα σύμβολο υποβιβάζεται σε εμπορικό logo, παύει να παράγει νόημα. Γίνεται μουσείο προτού προλάβει να ξαναζήσει. Και το μουσείο αυτό είναι κυριολεκτικό. Το David Bowie Centre του V&A στο Λονδίνο, ένα αρχείο 80.000 αντικειμένων που λειτουργεί ως “πηγή έμπνευσης για τους Bowies του αύριο”. Είναι μια συγκλονιστική πολιτισμική κίνηση, ίσως η πιο σοφή στρατηγική της estate του. Αλλά ένα μουσείο, όσο πλούσιο κι αν είναι, δεν γεννά ακροατές. Δημιουργεί ιστορική μνήμη, όχι ποπ οικειότητα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Bowie ξεχνιέται. Είναι ότι δεν μεταφράζεται.

Δεν έχει υπάρξει μια νέα οπτική αφήγηση που να τον επανασυστήσει στη σημερινή γενιά. To Stranger Things δοκίμασε να το κάνει με το “Heroes”, αλλά το τραγούδι ανέβηκε για λίγο και κατόπιν βυθίστηκε πάλι. Όχι επειδή δεν είναι αριστούργημα, αλλά επειδή δεν είναι χτισμένο για να λειτουργήσει ως “μέρος σκηνής”. Είναι αυτοτελές σύμπαν. Αυτό που λείπει δεν είναι η διαχείριση. Είναι η πρόσβαση. Μια συντονισμένη απόπειρα να μιλήσει ο Bowie στη νέα εποχή μέσα από τα δικά της εργαλεία και όχι μέσα από merchandise ή box sets αξίας εκατοντάδων ευρώ. Όταν η επόμενη γενιά δεν βρίσκει entry point, η κληρονομιά δεν σβήνει, απλώς γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής, όλο και πιο δύσβατη.

Ισως, τελικά, αυτό να μην είναι αποτυχία αλλά συνέπεια. Ο Bowie δεν έφτιαξε ποτέ τέχνη που να προορίζεται για εύκολη κατανάλωση. Η παρακαταθήκη του δεν είναι οι αριθμοί των streams, αλλά η ίδια η αρχή της διαρκούς μεταμόρφωσης. Αν το μέλλον τον “ξεχνά”, δεν είναι επειδή δεν ήταν αρκετά μεγάλος, αλλά επειδή ήταν πιο μεγάλος από όσο χωράει σε playlist. Το αληθινό ρίσκο δεν είναι να ξεθωριάσει ο Bowie. Είναι να ξεχάσουμε ότι η ποπ κουλτούρα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από αλληλοδιάδοχα trends.

Ο Bowie δεν ανήκει στο παρελθόν, ανήκει σε όποιον τολμά να ακούσει χωρίς να περιμένει επιβεβαίωση από έναν αλγόριθμο.