Κάπου ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη σελίδα το χέρι φτάνει σχεδόν μόνο του στο κινητό. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος· μόνο η αίσθηση ότι ίσως κάτι συμβαίνει αλλού. Μια ειδοποίηση, μια λέξη, μια εικόνα. Μετά άλλη μία. Και ξαφνικά δεν θυμάσαι τι διάβαζες. Στο τέλος της ημέρας μένει ένα συμπέρασμα που ακούγεται προσωπικό: δεν μπορώ πια να συγκεντρωθώ. Δεν είμαι σίγουρος ότι ισχύει.
Τα τελευταία χρόνια κουβαλάμε μια μικρή ενοχή απέναντι στην προσοχή μας. Αφήνουμε βιβλία στη μέση, γυρίζουμε ταινίες πίσω γιατί χάσαμε σκηνές, κοιτάμε την οθόνη ενώ κάποιος μιλά. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να περάσουμε ώρα ολόκληρη μέσα σε μια ανάλυση, σε μια συζήτηση, σε ένα παιχνίδι με δέκα πράγματα να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Κάπου εκεί η ιδέα ότι «δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε» αρχίζει να μοιάζει παράξενη. Σαν όλα να αλλάζουν πριν προλάβουμε να τα σκεφτούμε.
Η εύκολη εξήγηση λέει ότι φταίει η τεχνολογία. Ότι κάτι χάλασε στον τρόπο που σκεφτόμαστε. Κάθε εποχή όμως είχε τη δική της εκδοχή αυτής της αγωνίας. Άλλοτε τα μυθιστορήματα, μετά το ραδιόφωνο, αργότερα η τηλεόραση. Πάντα υπήρχε η αίσθηση ότι η σκέψη μικραίνει. Και πάντα συνέχιζε να υπάρχει, απλώς διαφορετικά.
Αργά το βράδυ, με τα φώτα χαμηλά, προσπάθησα να διαβάσω λίγες σελίδες πριν κοιμηθώ. Δεν χτύπησε καμία ειδοποίηση, κανείς δεν έγραψε. Παρ’ όλα αυτά η οθόνη άναβε κάθε λίγο στα χέρια μου, σχεδόν μηχανικά. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν περίμενα κάποιο μήνυμα· περίμενα την πιθανότητα να υπάρχει.
Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι το μυαλό μας· είναι ο χώρος γύρω του. Οι περισσότερες εφαρμογές δεν περιμένουν να επιστρέψεις απλά σε επαναφέρουν οι ίδιες. Η ροή δεν τελειώνει και δεν σχεδιάστηκε να τελειώνει. Κάθε ανανέωση υπόσχεται κάτι που μπορεί να αξίζει την προσοχή σου. Συνήθως δεν αξίζει, αλλά μέχρι να το καταλάβεις έχεις ήδη μετακινηθεί. Μερικές φορές επιστρέφω στην ίδια παράγραφο τρεις φορές πριν συνειδητοποιήσω ότι δεν έφυγα εγώ από το κείμενο μάλλον έφυγε το περιβάλλον γύρω του.
Στην πραγματικότητα, επεξεργαζόμαστε περισσότερα από ποτέ. Μόνο που δεν την ακολουθούμε σε ευθεία γραμμή. Μια ιδέα ξεκινά από ένα κείμενο, συνεχίζεται σε μια κουβέντα και συμπληρώνεται από κάτι που άκουσες αργότερα. Δεν είναι λιγότερη σκέψη· είναι σκέψη που μετακινείται συνεχώς.
Το βιβλίο βοηθούσε γιατί δεν άλλαζε μόνο του. Η σελίδα δεν άλλαζε μόνη της και τίποτα δεν σε καλούσε αλλού. Σήμερα προσπαθούμε να διαβάσουμε μέσα σε περιβάλλοντα που λειτουργούν από διακοπή σε διακοπή. Είναι σαν να προσπαθείς να κοιμηθείς σε δωμάτιο όπου κάποιος ανάβει το φως κάθε λίγο και κάποια στιγμή πιστεύεις ότι εσύ φταις που δεν κοιμάσαι.
Κι όμως, όταν όλα ησυχάζουν, η συγκέντρωση επιστρέφει σχεδόν αμέσως. Όχι επειδή εκπαιδεύτηκες ξανά, αλλά επειδή δεν είχε φύγει. Ίσως δεν χάσαμε την ανάγνωση· χάσαμε τη σιωπή γύρω της. Και ίσως η επόμενη δεξιότητα να μην είναι να αποφεύγουμε τις οθόνες αλλά να βρίσκουμε πού μπορεί να σταθεί η προσοχή μας χωρίς να μετακινείται κάθε λίγα δευτερόλεπτα.
Δεν είμαστε λιγότερο ικανοί να σκεφτούμε. Απλώς ζούμε σε έναν κόσμο που σπάνια μας αφήνει να τελειώσουμε τη σκέψη.





