Η ομίχλη στα βουνά Βιρούνγκα δεν λειτουργεί όπως αλλού. Κατεβαίνει. Σαν να θέλει να σκεπάσει κάτι. Να κρατήσει μέσα της ό,τι δεν πρέπει να φανεί. Εκεί στα 3.000 μέτρα, το τοπίο δεν κρύβει απλώς τη θέα. Κρύβει την αλήθεια. Το πρωί της 27ης Δεκεμβρίου 1985, μέσα σε αυτή τη σχεδόν τελετουργική σιωπή, το σώμα της Νταϊάν Φόσεϊ βρέθηκε στο πάτωμα της καλύβας της στο Karisoke. Το κρανίο της είχε διαλυθεί. Το δωμάτιο δεν είχε λεηλατηθεί. Τα χρήματα ήταν στη θέση τους. Τα όπλα της άθικτα.
Από την πρώτη στιγμή, το έγκλημα αρνήθηκε να ενταχθεί σε μια απλή κατηγορία. Δεν ήταν ληστεία. Δεν έμοιαζε με τυχαία επίθεση. Ήταν κάτι πιο συγκεκριμένο, σχεδόν μεθοδικό, και ταυτόχρονα αινιγματικά καθαρό. Το βράδυ πριν από τη δολοφονία της, κάποιος γνώριζε ακριβώς πού να μπει. Έκοψε ένα άνοιγμα στον τοίχο από λαμαρίνα, σε σημείο που δεν εμπόδιζαν έπιπλα. Κινήθηκε μέσα στο σκοτάδι χωρίς να αφήσει ίχνη σύγχυσης. Χρησιμοποίησε μια ματσέτα που βρισκόταν ήδη μέσα στην καλύβα. Έξι χτυπήματα. Στο πρόσωπο. Στο κεφάλι. Και μετά έφυγε. Άφησε πίσω του χρήματα. Άφησε πίσω του όπλα. Άφησε πίσω του μια σκηνή που έμοιαζε περισσότερο με μήνυμα παρά με έγκλημα.

Η Φόσεϊ δεν ήταν μια αδιάφορη παρουσία σε αυτή την απομονωμένη γωνιά της Ρουάντα. Ήταν μια φιγούρα που συγκέντρωνε πάνω της συγκρούσεις. Είχε φτάσει εκεί σχεδόν τυχαία, χωρίς τυπική επιστημονική εκπαίδευση, και είχε εξελιχθεί σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της πρωτευοντολογίας. Ζούσε ανάμεσα στους γορίλες, όχι ως παρατηρητής αλλά ως συμμετέχουσα. Αντέγραφε τις κινήσεις τους, τις φωνές τους, τον τρόπο που πλησίαζαν και απομακρύνονταν. Τους έδινε ονόματα και ιστορίες. Δημιουργούσε μια μορφή εγγύτητας που για άλλους επιστήμονες έμοιαζε σχεδόν αιρετική.
Αλλά η σχέση της με τους γορίλες ήταν μόνο η μία πλευρά. Η άλλη ήταν η σύγκρουση. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80, οι ορεινοί γορίλες βρίσκονταν σε απότομη πληθυσμιακή πτώση. Παγίδες, λαθροθηρία, εμπορία μελών του σώματός τους ως τρόπαια. Η Φόσεϊ αντέδρασε με τρόπο που ξεπερνούσε την επιστημονική αποστασιοποίηση. Κατέστρεφε παγίδες, καταδίωκε κυνηγούς, κατήγγελλε δημόσια δίκτυα. Συγκρούστηκε με ντόπιους οδηγούς, με διοικητικούς αξιωματούχους, ακόμη και με διεθνείς οργανισμούς που προωθούσαν τουριστικά μοντέλα ανάπτυξης. Δεν ήταν εύκολη σύμμαχος. Και δεν προσπαθούσε να είναι.
Η εικόνα της ενισχυμένη αργότερα από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της στην ταινία Γορίλες στην Ομίχλη, τείνει να την παρουσιάζει ως μια μοναχική υπερασπίστρια της φύσης. Στην πραγματικότητα, ήταν κάτι πιο σύνθετο. Ήταν μια γυναίκα που είχε επιλέξει να λειτουργεί εκτός συμβιβασμών, σε ένα περιβάλλον όπου οι συμβιβασμοί ήταν ο κανόνας επιβίωσης. Αυτό την έκανε αποτελεσματική. Την έκανε όμως και επικίνδυνη όχι απαραίτητα για τους γορίλες, αλλά για όσους επωφελούνταν από την εκμετάλλευσή τους.

Το στοιχείο που επέμενε να επιστρέφει ήταν αυτό που κρατούσε η Φόσεϊ στο δεξί της χέρι. Μια μικρή τούφα από λεπτές τρίχες. Σαν να είχε αρπάξει τον επιτιθέμενο την τελευταία στιγμή. Σαν να είχε πάρει μαζί της ένα κομμάτι της αλήθειας. Ένα ίχνος πάλης. Ίσως η μόνη άμεση επαφή με τον δράστη. Στάλθηκε για ανάλυση σε μια εποχή που οι δυνατότητες της εγκληματολογίας ήταν περιορισμένες. Το αποτέλεσμα ήταν γενικό: ανήκε πιθανότατα σε λευκό άνδρα. Αυτό ήταν αρκετό για να κατευθυνθεί η έρευνα προς έναν συγκεκριμένο ύποπτο, τον Αμερικανό βοηθό της, Wayne McGuire. Κατηγορήθηκε, καταδικάστηκε ερήμην, δεν εκδόθηκε ποτέ και αρνήθηκε την ενοχή του. Η υπόθεση έκλεισε χωρίς να κλείσει.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Ρουάντα βυθίστηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα. Πόλεμος. Γενοκτονία. Καταστροφή αρχείων. Οι λεπτομέρειες χάθηκαν μέσα σε κάτι που δεν άφηνε χώρο για παλιές υποθέσεις. Και όμως, το όνομα της Φόσεϊ επέμενε να επιστρέφει. Όχι ως απάντηση, αλλά ως ερώτηση. Ποιος την σκότωσε;

Οι θεωρίες πολλαπλασιάστηκαν χωρίς να σταθεροποιηθούν. Λαθροθήρες που εκδικήθηκαν την καταστολή. Τοπικά δίκτυα εξουσίας που ενοχλήθηκαν από τις αποκαλύψεις της. Ένα όνομα που επανέρχεται συχνά είναι αυτό του Protais Zigiranyirazo, γνωστού ως «Κύριος Z», ο οποίος συνδεόταν με την πολιτική και οικονομική ελίτ της Ρουάντα. Λίγο πριν τον θάνατό της, η Φόσεϊ φέρεται να είχε αποκαλύψει παράνομες δραστηριότητες, όπως διακίνηση πολύτιμων λίθων. Καμία εκδοχή δεν επιβεβαιώθηκε με τρόπο που να αντέχει στον χρόνο.
Η Φόσεϊ θάφτηκε στο Karisoke, δίπλα στους γορίλες που μελέτησε και προστάτευσε. Η εικόνα έχει κάτι από συμβολική ολοκλήρωση σχεδόν ποιητική. Αλλά το έγκλημα που την έφερε εκεί δεν έχει αποκτήσει αντίστοιχη καθαρότητα. Παραμένει ανοιχτό όχι μόνο ως προς τον δράστη, αλλά ως προς το πλαίσιο που το επέτρεψε.
Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι τα γεγονότα αλλά τα εργαλεία. Η τεχνολογία DNA έχει μετατρέψει την εγκληματολογία σε ένα πεδίο όπου το παρελθόν μπορεί να επανεξεταστεί με νέα ακρίβεια. Υποθέσεις δεκαετιών έχουν αναθεωρηθεί, ονόματα έχουν ταυτοποιηθεί εκ των υστέρων, αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το δείγμα μαλλιών ενδέχεται να διατηρείται ακόμη σε εργαστήριο στη Γαλλία. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, σύγχρονες τεχνικές DNA θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις που ήταν αδύνατες τη δεκαετία του ’80.
Το ερώτημα, ωστόσο παραμένει ανοιχτό. Ακόμη κι αν βρεθεί ο δράστης, θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια; Ή θα παραμείνουν σκοτεινά τα δίκτυα και τα συμφέροντα που πιθανώς βρίσκονταν πίσω από τη δολοφονία; Η ομίχλη στα βουνά της Ρουάντα δεν έχει διαλυθεί πλήρως. Και ίσως να μην διαλυθεί ποτέ.





