Η παράσταση «Ήλιος με δόντια» σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη και δραματουργική επεξεργασία της Νεφέλης Μαϊστράλη έσκασε σαν βεγγαλικό στην θεατρική Αθήνα, πριν περίπου ένα χρόνο. Ένα βεγγαλικό που έβαλε φωτιά στην πόλη με μια φλόγα που καίει ακόμα. Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, η παράσταση αφηγείται την ιστορία του Κωνσταντή που γεννήθηκε στιες αρχές του προηγούμενου αιώνα μέσα στο Φρούριο της Χίου. Η ζωή του μας θυμίζει τη Δήμητρα της Λέσβου αλλά και κάθε ανθρώπου που παλεύει με τα στερεότυπα και τις προκαλύψεις. Ο Γιάννης Μακριδάκης, με το χαρακτηριστικό του βλέμμα στη μικρή ελληνική κοινωνία, υπογράφει μια από τις πιο τρυφερές και σκληρές μαζί αφηγήσεις της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Στον «Ήλιο με δόντια» παρακολουθούμε την πορεία του Κωνσταντή, ενός ανθρώπου που μεγαλώνει στη Χίο των αρχών του 20ού αιώνα, κουβαλώντας την ευαλωτότητα και τη διαφορετικότητά του σαν ανοικτή πληγή.
Ο Μακριδάκης ξεδιπλώνει μια ζωή γεμάτη τραύματα, στιγμές παιδικής αθωότητας, βαθιάς συγκίνησης και πικρού χιούμορ. Ο Κωνσταντής δεν παρουσιάζεται ως θύμα, αλλά ως ένας άνθρωπος που προσπαθεί να σταθεί όρθιος απέναντι σε μια κοινωνία που αδυνατεί —ή δεν θέλει— να τον καταλάβει. Ο «Ήλιος με δόντια» παραμένει ένα κείμενο φωτεινό και μαχαιρωτό ταυτόχρονα: υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε “διαφορετικό” άνθρωπο υπάρχει μια ιστορία που αξίζει να ακουστεί.

Οι δύο πρωταγωνιστές της παράστασης, ο Παναγιώτης Εξαρχέας και ο Γιάννης Λεάκος, άγγιξαν τις μνήμες του ήρωα με σεβασμό παραδίδοντας δύο από τις συγκλονιστικότερες ερμηνείες της χρονιάς. Δύο ηθοποιοί μοιράζονται όλους τους ρόλους, όλες τις αναπνοές, όλες τις σιωπές ενός Κωνσταντή που δεν είναι πια μόνο λογοτεχνικός ήρωας, αλλά σύμβολο μιας κοινωνίας που ακόμη δυσκολεύεται να κοιτάξει κατάματα τη διαφορετικότητα. Η συζήτηση μαζί τους μοιάζει με συνέχεια της παράστασης: ανθρώπινη, ωμή, τρυφερή και βαθιά αναγκαία, προσπαθώντας να φωτίσουμε τις αφορμές και τις αιτίες για όλους τους Κωνσταντήδες αυτού του κόσμου.
– Γνωρίζατε το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «Ήλιος με δόντια» πριν την παράσταση; Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν το διαβάσατε;
Παναγιώτης Εξαρχέας: Δεν είχε τύχει να διαβάσω το βιβλίο πριν μου προτείνει ο Θανάσης Ζερίτης να είμαι στην παράσταση, αλλά με τράβηξε πολύ η ιστορία όταν μου είπε περί τίνος πρόκειται. Και όταν διάβασα το βιβλίο ενθουσιάστηκα ακόμα περισσότερο, όχι μόνο με την ιστορία την ίδια, αλλά και με τον τρόπο που ο Γιάννης Μακριδάκης αποφάσισε να την διηγηθεί. Δεν ακολούθησε τον εύκολο δρόμο και δημιούργησε έναν κεντρικό χαρακτήρα – τον Κωνσταντή – με τον οποίο συνδέεσαι από το πρώτο λεπτό και που σε συγκινεί βαθιά με το πως αντιλαμβάνεται τα πράγματα, πως κρύβει καταστάσεις που τον πονάν, πως προσπαθεί να πάει την ιστορία παρακάτω για να θυμηθεί. Έπλασε χαρακτήρες όχι με το δίπολο καλού – κακού, αλλά με μία απόλυτα ανθρώπινη υπόσταση. Και για να φτάσει στο μεγάλο συμβαν, ακολουθεί μία μη γραμμική αφήγηση, που σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το φινάλε.
– Γιάννης Λεάκος: Δεν γνώριζα το βιβλίο του Γιάννη πριν την ενασχόληση μου με αυτή την παράσταση. Μετά την πρόταση του Θανάση Ζερίτη, του σκηνοθέτη μας, πήρα το βιβλίο και το διάβασα ολόκληρο μέσα σε μια μέρα. Μου άρεσε πάρα πολύ. Με συγκίνησε η ιστορία του Κωσταντή, του πρωταγωνιστή μας. Με γοήτευσε ο τρόπος που ο Μακριδάκης γράφει σε αυτό το βιβλίο και το πώς ξετυλίγει την ιστορία του. Είναι ένα πολύ ελληνικό βιβλίο αλλά παράλληλα και πανανθρώπινο. Η πρώτη σκέψη μου μετά την ανάγνωση ήταν πως μπορεί να γίνει αυτή η ιστορία θεατρική παράσταση. Εκεί μπήκε στην εξίσωση η εξαιρετική θεατρική διασκευή της Νεφέλης Μαϊστράλη και η σκηνοθετική ματιά του Θανάση που είχε την ιδέα να γίνει η αφήγηση της ιστορίας από δύο ηθοποιούς που μοιράζονται από κοινού όλους τους ρόλους του έργου.

– Ποιο είναι το σημείο που σας δυσκόλεψε περισσότερο στη διαχείριση του ρόλου σας;
Π.Ε.: Ήταν διάφορα τα σημεία που έπρεπε να προσέξουμε. Το πιο βασικό είναι πως ο θεατής δεν γνωρίζει την ιστορία που του αφηγείσαι και πρέπει πάντα να προσπαθείς να τον πάρεις μαζί σου σε αυτό. Η παράσταση έχει αρκετά μεγάλο κομμάτι απεύθυνσης στο κοινό και ο κάθε θεατής είναι διαφορετικός, αλλά πρέπει πάντα να τον έχεις στο νου σου για να μπει στην ιστορία. Επίσης έχει πολύ γρήγορες και αντιθετικές εναλλαγές ρόλων ή ενέργειας, οπότε σαν ηθοποιός καλείσαι να είσαι σε μεγάλη εγρήγορση και ακρίβεια, ώστε να μπορείς να το φέρεις εις πέρας όπως πρέπει. Είναι μια απαιτητική παράσταση για τον ηθοποιό και είμαστε χαρούμενοι που λέμε αυτή την ιστορία.
Γ. Λ.: Οι πρόβες μας ήταν πολύ δημιουργικές μιας και ο Θανάσης ήξερε πολύ καλά τι ήθελε αλλά παράλληλα μας έδωσε και μεγάλη ελευθερία. Ο Κωνσταντής είναι ένας χαρακτήρας πολύ μακριά από εμένα όσον αφορά τα βιώματα του και την πορεία της ζωής του. Έπρεπε λοιπόν να καταλάβω όσο πιο πολύ μπορούσα την συναισθηματική του κατάσταση και το γιατί λέει αυτά που λέει, γιατί κάνει αυτά που κάνει ή δεν κάνει. Σε αυτη τη δύσκολη, κυρίως συναισθηματική διαδικασία, βοήθησε πολύ το γεγονός ότι με συγκινεί η ιστορία του και μου δίνει μεγάλο κίνητρο η ανάγκη να ακουστεί αυτή η φωνή, αυτή η ιστορία.
– Τι είναι αυτό που σας συγκινεί στην ιστορία του Κωνσταντή;
Π.Ε.: Νομίζω που με όλα όσα του έχουν συμβεί από μικρό παιδί, ο τρόπος αφήγησης του δεν περιέχει την ανάγκη να τον λυπηθούν. Μιλάει για όλα αυτά με μία τρομερή παιδικότητα και έτσι το κάνει ακόμα πιο ισχυρό για τον θεατή αυτό που βλέπει. Ο Ζερίτης το υπερασπίστηκε πολύ σωστά αυτό το κομμάτι και απέφυγε μία συμβατική μελό αντιμετώπιση – η οποία φυσικά δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο – και επίσης ο Κωνσταντης επιστρατεύει πάντα το χιουμορ στον τρόπο που αφηγείται τα πράγματα κι έτσι δημιουργείται ένας πολύ ανάγλυφος χαρακτήρας με τρομερές αλλαγές και ποιότητες.
Γ.Λ.: Ολόκληρη η ζωή του Κωσταντή είναι μια συγκινητική ιστορία. Ένα παιδί που η διαφορετικότητα του ενοχλούσε την συντηρητική επαρχιακή κοινωνία της Χίου. Ένας παρίας που βρέθηκε στο περιθώριο γιατί οι άνθρωποι δεν θέλανε και δε μπορούσανε να τον καταλάβουν. Ο Κωνσταντής από πολύ μικρή ηλικία έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης και βίωσε δύσκολες καταστάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να επιβιώσει, να κρατηθεί στη ζωή και να χαράξει την δική του πορεία είναι για μένα υπαρξιακά συγκινητικός.

– Γιατί η κοινωνία δείχνει σχεδόν μηδενική κατανόηση στη διαφορετικότητα;
Π.Ε.: Θεωρώ πως οτιδήποτε διαφορετικό μάλλον ξεβολεύει ή και απειλεί το αφήγημα ζωής κάποιων ανθρώπων και πιθανότατα έχουν μεγαλώσει νιώθοντας πως αυτοί είναι οι σωστοί και άρα έχουν δικαίωμα να μην ανέχονται αυτό που θεωρούν ότι τους προσβάλλει. Ξεκάθαρα έχουν γίνει βήματα μπροστά, αλλά υπάρχει ακόμα μια μεγάλη μερίδα κόσμου που θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να κοροϊδέψει, να λοιδορήσει ακόμα και να επιτεθεί σε άτομα που τα θεωρεί έξω από τα πιστεύω της. Θέλει μεγάλο αγώνα για να καταφέρουμε σαν κοινωνία να σταματήσουμε τέτοιες συμπεριφορές και να υπάρξει πραγματική ισότητα για όλα τα άτομα.
Γ.Λ.: Γιατί οι άνθρωποι φοβούνται το διαφορετικό. Το καταδικάζουν πολλές φορές αυτόματα, χωρίς να μπουν καν στον κόπο να το κατανοήσουν. Για να αποδεχτεί κάποιος την διαφορετικότητα του άλλου, πρέπει να έχει περάσει πρώτα από διάφορα στάδια. Πρέπει να έχει ενσυναίσθηση κοινωνική, χώρο για αποδοχή και κατανόηση ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι ίδιοι. Θέλει “δουλίτσα” όχι μόνο προσωπική αλλά σε επίπεδα κοινωνιών και μικρό κοινωνιών, όπως οι οικογένειες και τα σχολεία. Οι σύγχρονες δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες, παρόλο που έχουν κάπως προχωρήσει σε σχέση με παλαιότερα χρόνια, πιστεύω ότι είναι βαθειά συντηρητικές, φοβικές και ανελεύθερες.
– Έχουν γίνει σημαντικά βήματα πάνω στα ατομικά δικαιώματα όμως στην καθημερινότητα ελάχιστα πράματα έχουν αλλάξει.
Π.Ε.: Δυστυχώς, ναι. Και η οικογένεια καθώς και το κοντινό φιλικό περιβάλλον είναι οι πρώτοι που οφείλουν να αγκαλιάσουν και να κάνουν να νιώσει ασφάλεια ένα άτομο που νιώθει διαφορετικό, ώστε να μπορέσει να οχυρωθεί απέναντι στις όποιες συμπεριφορές, αλλά και να ανθίσει και να γίνει το άτομο που θέλει να είναι χωρίς να ντρέπεται ή να φοβάται. Ταυτόχρονα βέβαια εύχεσαι να έρθει η μέρα που δεν θα πρέπει να οχυρώνεται κάποιος, αλλά να έχουν σταματήσει όλοι αυτοί που νιώθουν ότι μπορούν να ασκήσουν οποιαδήποτε μορφής βία πάνω σε κάτι διαφορετικό.
Γ.Λ.: Δυστυχώς θα συμφωνήσω. Ζούμε σε εποχές που κάποιοι έχουμε όντως περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες από άλλες γενιές και άλλους ανθρώπους, αλλά πολλές φορές νιώθω ότι είναι πλασματικά. Θέλουμε να πειστούμε ότι έχουμε ελευθερίες για να ζούμε με λιγότερες τύψεις για το τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο που ζούμε.

– Τελικά, έχει τόσο μεγάλη σημασία αν μας αποδέχονται οι άλλοι;
Π.Ε.: Το κομμάτι της αποδοχής από τους άλλους είναι κάτι που μας απασχολεί από μικρά παιδιά. Είναι μία έμφυτη ανάγκη μας που καθορίζει άλλους περισσότερο κι άλλους λιγότερο. Αλλά μεγαλώνουμε θέλοντας να είμαστε αγαπητοί, αρεστοί, να είναι οι γύρω μας περήφανοι για εμάς. Και κάνουμε αγώνα για να ξεφύγουμε από αυτή την ανάγκη και να ζήσουμε τη ζωή μας, χωρίς να μας επηρεάζει τόσο η γνώμη των άλλων. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεφύγεις από αυτό. Ούτε όμως μπορείς να ζεις προσπαθώντας συνεχώς για την αποδοχή των άλλων.
Γ.Λ.: Είναι κομμάτι της φύσης μας να έχουμε ανάγκη την αποδοχή του άλλου. Είμαστε ζώα αγέλης που κινούμαστε σε σύνολα, μικρά ή μεγάλα. Η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους είναι βαθιά συνδεδεμένη με την αυτοεκτίμηση και την ανάγκη μας να αισθανθούμε ότι αξίζουμε. Φοβόμαστε την κριτική και την απόρριψη. Όσο λιγότερο “δουλεύει” κάποιος με τον εαυτό του, τόσο περισσότερο έχει ανάγκη να τον αποδέχονται για αυτό που είναι. Μόνο όταν κάποιος καταφέρει να αποδεχτεί τον “ατελή” εαυτό του, μπορεί να αποτινάξει, εν μέρει τουλάχιστον, την διαρκή ανάγκη αποδοχής από τους άλλους.
– Τι σας είπε ο συγγραφέας όταν είδε την παράσταση;
Π.Ε.: Πάντα υπάρχει ένα άγχος όταν έρχεται να δει παράσταση ο συγγραφέας. Αλλά ο Γιάννης Μακριδάκης είχε μία πολύ συγκινητική ποιότητα. Ήταν περισσότερο θεατής, παρά ο συγγραφέας του βιβλίου. Ήρθε να δει την ιστορία που έγραψε με ατόφια καθαρότητα. Χαρήκαμε πολύ που του άρεσε πολύ και ο τρόπος που μας μιλούσε για την παράσταση είχε πραγματικά την ποιότητα του θεατή που οριακά την βλέπει πρώτη φορά. Ήταν τρομερά υποστηρικτικός και ενθαρρυντικός και τον ευχαριστούμε για αυτό.
Γ.Λ.: Ο Γιάννης Μακριδάκης ήρθε πέρσι για ένα Σαββατοκύριακο και είδε την παράσταση δύο φορές. Την δεύτερη μέρα έγινε και μια συζήτηση με το κοινό για την παράσταση, το βιβλίο και τον κόσμο του έργου. Ήταν πολύ γενναιόδωρος με τα λόγια του για την παράσταση μας. Συγκινήθηκε και ενθουσιάστηκε με τον τρόπο που η ιστορία του Κωσταντή, ζωντάνεψε και μιλήθηκε μέσα σε μια θεατρική αίθουσα. Ήταν μεγάλη χαρά για μας.

– Ο «Κωνσταντής» είναι ένας σύγχρονος ήρωας; Έίναι ένα πρόσωπο που υπάρχει στη ζωή μας.
Π.Ε.: Ο Κωνσταντης του βιβλίου γεννήθηκε το 1908 στη Χίο. Πριν από αυτόν, αλλά και μετά, έχουν γεννηθεί πολλοί άλλοι Κωνσταντήδες. Σε όλο τον κόσμο. Και μπορεί όσα περνάει ο δικός μας να έχουν να κάνουν και με τη συγκεκριμένη εποχή και το μέρος, αλλά σε όποια εποχή και σε όποιο μέρος, το να φέρεσαι κακοποιητικά σε ένα άτομο εξαιτίας της όποιας διαφορετικότητας του, παραμένει ένα πολύ σοβαρό οικουμενικό ζήτημα. Κωνσταντήδες έχουμε πολλούς γύρω μας και οφείλουμε να τους βοηθάμε και να τους προστατευουμε.
Γ.Λ.: Πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν Κωσταντήδες σε αυτό το κόσμο. Για αυτό και για μένα προσωπικά αυτή η παράσταση έχει μεγάλη αξία και σημασία. Να ακούγονται οι φωνές των ανθρώπων που άλλοι άνθρωποι τους αδίκησαν, τους εκμεταλλεύτηκαν και τους χρησιμοποίησαν για δικούς τους λόγους. Για αυτό πολλές φορές όταν αναφερόμαστε στην παράσταση “Ήλιος με δόντια” λέμε ότι είναι για τους Κωσταντήδες όλου του κόσμου.
photo: Παναγιώτης Γιαννούτσος / taphteam
Πληροφορίες
Θέατρο Μπέλλος
Σκηνοθεσία: Θανάσης Ζερίτης
Δραματουργική επεξεργασία: Νεφέλη Μαϊστράλη
Σκηνικά- Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική επιμέλεια/ σύνθεση : Μιχάλης Λατουσάκης, Γιάννης Λατουσάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Κεφαλά
Κίνηση: Πάνος Τοψίδης
Παίζουν: Παναγιώτης Εξαρχέας, Γιάννης Λεάκος
Ακούγονται ο Δημήτρης Καραμπέτσης και ο Κώστας Φλωκατούλας.
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ilios-me-dontia/





