Skip to main content

Η είδηση του θανάτου της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ έγινε σήμερα και μαζί της κλείνει ένας κύκλος που συνδέει την Αθήνα της προσφυγιάς με τα μεγάλα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα του Παρισιού. Στο Παρίσι, όσοι την είχαν ακούσει να διδάσκει θυμούνται λιγότερο τι ακριβώς έλεγε και περισσότερο τον τρόπο που μιλούσε. Σαν να περιέγραφε κάτι που δεν είχε συμβεί παλιά αλλά κάπου αλλού, και μόλις τώρα έφτανε μπροστά σου. Η ιστορία, στα χέρια της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, δεν είχε χρόνο. Είχε απόσταση. Ίσως γιατί η ίδια γεννήθηκε ήδη μέσα σε μια αφήγηση. Παιδί προσφυγικής οικογένειας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου, μεγάλωσε ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θυμούνταν γεγονότα αλλά απώλειες. Οι ιστορίες δεν ξεκινούσαν με χρονολογίες αλλά με το «πριν φύγουμε» και τελείωναν με το «όταν φτάσαμε». Έτσι έμαθε ότι η ιστορία δεν είναι καταγραφή αλλά ανάγκη, ο τρόπος να εξηγείς γιατί βρίσκεσαι σε έναν τόπο και όχι σε έναν άλλο. Αργότερα θα πει ότι η παιδική ηλικία είναι η στιγμή που το τίποτα γίνεται μονάδα. Δεν το εννοούσε ψυχολογικά. Εννοούσε ότι εκεί σχηματίζεται η αίσθηση ταυτότητας. Πριν από τα βιβλία, πριν από τις ιδεολογίες, πριν ακόμη από τη μνήμη. Εκεί, σε μια φτωχική αθηναϊκή γειτονιά, γεννήθηκε η ιστορικός που θα πείσει τη δυτική Ευρώπη ότι το Βυζάντιο δεν ήταν παρένθεση.

Στις μεγάλες βιβλιοθήκες του Παρισιού υπάρχει μια ιδιαίτερη σιωπή. Δεν είναι η σιωπή της μελέτης αλλά η σιωπή της συμφωνίας, το είδος της ηρεμίας που δημιουργείται όταν όλοι αποδέχονται την ίδια εκδοχή του παρελθόντος. Για πολλά χρόνια, η ευρωπαϊκή ιστορία διαβαζόταν με αυτή τη σιωπή: η Ρώμη έπεσε, η Δύση κοιμήθηκε, η Αναγέννηση ξύπνησε τον κόσμο. Ανάμεσα σε αυτά τα τρία κεφάλαια υπήρχε ένας θόρυβος που δεν ακουγόταν. Το Βυζάντιο. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μπήκε σε αυτή τη σιωπή για να φωνάξει. Μπήκε για να αλλάξει τη θέση των πραγμάτων. Αντί να διεκδικήσει χώρο για μια «παραγνωρισμένη» αυτοκρατορία, αφαίρεσε το κέντρο από την αφήγηση και το μετακίνησε. Όχι από ιδεολογική διάθεση αλλά από επιμονή στους θεσμούς, στα λιμάνια, στους φόρους, στις μικρές καθημερινές λειτουργίες που κρατούν ζωντανά τα κράτη όταν οι ιδέες έχουν τελειώσει. Εκεί βρήκε κάτι που έμοιαζε σχεδόν προφανές και όμως δεν είχε ειπωθεί με αυτή την καθαρότητα. Η Ευρώπη δεν διακόπηκε ποτέ, απλώς μετακινήθηκε.

Δεν είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς γιατί μια ιστορικός επέλεξε να δει την ιστορία έτσι. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται πριν από τα πανεπιστήμια, πριν από τα βιβλία, σε έναν κόσμο όπου το παρελθόν δεν ήταν έννοια αλλά κατάσταση. Η γενιά που μεγάλωσε με αφηγήσεις προσφυγιάς δεν μιλούσε για εποχές αλλά για πριν και μετά. Πριν από τον τόπο, μετά τον τόπο. Σε αυτό το είδος μνήμης δεν υπάρχει διακοπή, μόνο μετατόπιση. Όταν αργότερα θα μελετούσε αυτοκρατορίες, θα αναζητούσε ακριβώς αυτό: όχι πότε τελείωσε ένας κόσμος, αλλά πού πήγε.

Στις αίθουσες της Σορβόνης, όπου η παράδοση έχει τη βαρύτητα φυσικού νόμου, η παρουσία της έμοιαζε αρχικά παράδοξη. Όχι επειδή ήταν γυναίκα — αυτό θα καταγραφόταν αργότερα ως γεγονός — αλλά επειδή αντιμετώπιζε την ιστορία σαν κάτι που δεν ανήκει σε κανέναν. Μιλούσε για την Ευρώπη χωρίς να την τοποθετεί στη γεωγραφία της Δύσης και για την Ανατολή χωρίς να την εξωτικοποιεί. Ανάμεσα στα δύο δεν έβλεπε σύνορο αλλά μηχανισμό επικοινωνίας. Η αυτοκρατορία που μελετούσε δεν ήταν ένδοξη ούτε παρακμιακή. Ήταν λειτουργική. Και η λειτουργία, περισσότερο από τη δόξα, εξηγεί τη διάρκεια.

Οι φοιτητές της συχνά έφευγαν από τις διαλέξεις χωρίς να μπορούν να συνοψίσουν ένα επιχείρημα, αλλά με την αίσθηση ότι η γεωγραφία είχε αλλάξει. Η ιστορία δεν παρουσιαζόταν ως σειρά μεγάλων γεγονότων αλλά ως τρόπος επιβίωσης που οι κοινωνίες μαθαίνουν να συνεχίζουν όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν. Ίσως γι’ αυτό η λέξη «παρακμή» απουσίαζε σχεδόν πάντα από το λεξιλόγιό της. Η παρακμή είναι αφηγηματική ευκολία. Οι κοινωνίες, στην πραγματικότητα, προσαρμόζονται.

Σε μεταγενέστερες δεκαετίες, όταν η Ευρώπη προσπαθούσε να ορίσει τον εαυτό της πολιτικά, η σκέψη της αποκτούσε απροσδόκητη επικαιρότητα. Η ιδέα μιας ηπείρου που συγκροτείται από τη διαρκή συνάντηση διαφορετικών κόσμων ακουγόταν λιγότερο ιστορική και περισσότερο περιγραφική. Το Βυζάντιο γινόταν παράδειγμα όχι για το τι υπήρξε αλλά για το πώς μπορεί να υπάρξει κάτι. Μια κοινωνία που επιβιώνει όχι επειδή διατηρεί καθαρή ταυτότητα, αλλά επειδή αντέχει την πολλαπλότητα.

Όσοι τη γνώρισαν εκτός αμφιθεάτρων μιλούν για μια προσωπικότητα που απέφευγε τα μεγάλα λόγια. Δεν ενδιαφερόταν να αποδείξει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, προτιμούσε να δείχνει ότι μεταφράζεται. Κάθε εποχή, πίστευε, διαβάζει τον προηγούμενο κόσμο με το δικό της λεξιλόγιο, και αυτό που ονομάζουμε παρελθόν είναι απλώς μια παλιά γλώσσα που δεν μάθαμε σωστά. Έτσι εξηγείται ίσως και η επιμονή της στην έννοια της τύχης, όχι ως μοιραίας δύναμης αλλά ως στιγμής συνάντησης. Η ιστορία, όπως και οι ζωές, αλλάζει όταν κάποιος βρίσκεται εκεί που περνά η ευκαιρία να συνεχιστεί κάτι. Οι αυτοκρατορίες δεν πέφτουν, θα έλεγε κανείς ότι μεταβιβάζουν τη θέση τους. Οι άνθρωποι επίσης.

Στο τέλος, η συμβολή της δεν ήταν μόνο ότι επανέφερε το Βυζάντιο στον ευρωπαϊκό χάρτη. Ήταν ότι άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται κάθε χάρτης. Αντί για σύνορα, πρότεινε διαδρομές, αντί για αρχές και τέλη, μετακινήσεις. Η Ευρώπη δεν εμφανίστηκε ως κληρονόμος ενός παρελθόντος αλλά ως συνέχεια μιας εμπειρίας που άλλαζε μορφή. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή της δικής της πορείας. Όχι μια ζωή που εξηγεί μια εποχή, αλλά μια ματιά που επιτρέπει σε διαφορετικές εποχές να συνυπάρχουν. Η ιστορία, μέσα από το έργο της, έπαψε να είναι μια αφήγηση για όσα τελείωσαν και έγινε ένας τρόπος να αναγνωρίζουμε όσα παραμένουν, ακόμη κι όταν δεν τα ονομάζουμε πια με το ίδιο όνομα.

H διεθνώς καταξιωμένη βυζαντινολόγος, ιστορικός  και πανεπιστημιακός Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, πέθανε τη Δευτέρα, σε ηλικία 99 ετών.

Το κείμενο βασίζεται σε βιογραφικά στοιχεία και δημοσιευμένες συνεντεύξεις της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ.

stegi radio