Skip to main content

Τη Μεγάλη Παρασκευή έξω από τις εκκλησίες σχηματίζονται μικρές συγκεντρώσεις ανθρώπων που δεν δείχνουν να βιάζονται να μπουν. Στέκονται, κοιτούν προς τα μέσα ή προς τον δρόμο, σαν να περιμένουν την έναρξη μιας διαδικασίας που γνωρίζουν καλά, ακόμη κι αν δεν την ακολουθούν πάντα. Δεν είναι μόνο η ακολουθία του Επιταφίου που δίνει τον τόνο της βραδιάς, αλλά και τα διαστήματα γύρω από αυτήν. Η στιγμή που τα κεριά αρχίζουν να εμφανίζονται στα χέρια του κόσμου, και η ώρα μετά, όταν οι δρόμοι αδειάζουν χωρίς να επιστρέφουν αμέσως στον συνηθισμένο τους ρυθμό. Η πόλη δεν ησυχάζει απλώς λειτουργεί αλλιώς.

Και τότε αρχίζεις να παρατηρείς πράγματα που συνήθως προσπερνάς. Ένα στενό στην Πλάκα που φωτίζεται αλλιώς. Μια αυλή που μυρίζει γιασεμί. Μια καμπάνα που διαρκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο περιμένεις. Και όταν ξεκινήσει η περιφορά του Επιταφίου, η Αθήνα δεν συγκεντρώνεται σε ένα σημείο. Κάθε γειτονιά κρατά τη δική της εκδοχή της ίδιας τελετουργίας, με μικρές αποκλίσεις που έχουν σημασία μόνο αν τις προσέξεις. Αυτό που μένει δεν είναι να επιλέξεις την καλύτερη εκκλησία, αλλά να καταλάβεις ποια εκδοχή της πόλης θέλεις να ακολουθήσεις.

Στην Πλάκα, η περιφορά του Επιταφίου μοιάζει να ακολουθεί τη γεωγραφία της μνήμης. Στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά, ο χώρος είναι περιορισμένος, σχεδόν συμπαγής, και η κίνηση του κόσμου προσαρμόζεται σε αυτόν. Ο Επιτάφιος περνά από στενά που δεν επιτρέπουν μεγάλες αποστάσεις, και έτσι η εμπειρία γίνεται πιο άμεση, σχεδόν απτική. Στους Αγίους Αναργύρους, στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, η αυλή λειτουργεί σαν φίλτρο ανάμεσα στον δρόμο και την τελετουργία, και η περιφορά στα Αναφιώτικα αποκτά έναν ρυθμό που θυμίζει περισσότερο νησί παρά πρωτεύουσα.

Λίγο πιο πέρα στον Άγιο Νικόλαο Ρηγίλλης, η πόλη συμπτύσσεται. Ο ναός κρυμμένος μέσα σε ένα μικρό κομμάτι πρασίνου πίσω από το Ωδείο Αθηνών, δημιουργεί μια συνθήκη απομόνωσης που δύσκολα περιμένει κανείς στο κέντρο. Η περιφορά εδώ δεν έχει έκταση, έχει διάρκεια. Οι ήχοι δεν διαχέονται, αλλά παραμένουν χαμηλοί και κοντινοί, και αυτό αλλάζει τον τρόπο που τους αντιλαμβάνεσαι.

Στην περιοχή του Φιλοπάππου, γύρω από τον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη, η εμπειρία ανοίγει προς το τοπίο. Ο Επιτάφιος περνά κάτω από την Ακρόπολη και για μια στιγμή η πόλη παύει να είναι μόνο παρόν. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει επιτήδευση, μόνο μια αίσθηση ότι όλα συνδέονται με κάτι βαθύτερο από τη διαδρομή που ακολουθείς. Το ίδιο και στην Αγία Μαρίνα στο Θησείο, όπου η θέα δεν σε αποσπά, αλλά σε γειώνει.

Στη Μητρόπολη Αθηνών, η περιφορά αποκτά άλλη διάσταση. Ο χώρος είναι μεγαλύτερος, το πλήθος πιο πυκνό, και η διαδρομή εντάσσεται πιο καθαρά στον αστικό ιστό. Η κίνηση προς το Σύνταγμα, οι ήχοι της φιλαρμονικής, η παρουσία του κόσμου δημιουργούν μια εμπειρία που είναι ταυτόχρονα θρησκευτική και δημόσια. Δεν πρόκειται για ένταση, αλλά για κλίμακα.

Στον Λυκαβηττό τέλος, η απόσταση παίζει καθοριστικό ρόλο. Στον Άγιο Γεώργιο και στους Αγίους Ισιδώρους, η πόλη δεν περιβάλλει την περιφορά, απλώνεται κάτω από αυτήν. Από εκεί ψηλά, οι φωτισμένες διαδρομές των άλλων Επιταφίων γίνονται ορατές ως διάσπαρτα σημεία μέσα στο σκοτάδι, και η εμπειρία αποκτά μια διαφορετική συνοχή λιγότερο άμεση αλλά πιο συνολική.

Δεν υπάρχει μία εκδοχή του Επιταφίου στην Αθήνα. Υπάρχουν πολλές, και καθεμία εξαρτάται από τη θέση, την κίνηση και τον τρόπο που επιλέγεις να σταθείς μέσα σε αυτήν. Και ίσως αυτό είναι που μένει περισσότερο από τη διαδρομή είναι η αίσθηση ότι για λίγες ώρες, η πόλη λειτουργεί με όρους που δεν είναι αποκλειστικά δικοί της.