Skip to main content

Η εβδομάδα που τελείωσε ξεδίπλωσε τα δόντια της. Αργά. Με τρόπο σχεδόν τρυφερό, όπως μια παγίδα λύκου που κλείνει πάνω στη γάμπα σου πριν προλάβεις να ουρλιάξεις. Στην Αθήνα, η πραγματικότητα έμοιαζε σαν να είχε περάσει από κάποιο glitch στο Matrix: κτίρια που έγερναν, φώτα που τρεμόπαιζαν, άνθρωποι που κινούνταν σαν να τους τραβούσε κάτω ένα αόρατο βάρος. Και πάνω απ’ όλα, μια αίσθηση αναμονής, σαν κάτι να πλησίαζε, σαν κάτι να στέναζε πίσω από τους τοίχους.

Στη Βουλή, η Εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είχε πάρει μορφή τελετουργικής παράνοιας: Ο Γιώργος Ξυλούρης δεν καταθέτει, υποδύεται την κατάθεση. Μιλάει όταν δεν πρέπει. Σιωπά όταν πρέπει. Ροκανίζει τον χρόνο σαν ποντίκι που ξέρει ότι δεν θα το κυνηγήσει κανείς. Οι βουλευτές, εγκλωβισμένοι σε μια αίθουσα που έμοιαζε περισσότερο με λαβύρινθο παρά με θεσμό, έκαναν ερωτήσεις που διαλύονταν στον αέρα πριν καν ακουστούν. Κάποια στιγμή όλοι έμοιαζαν σαν να είχαν χάσει το νόημα της γλώσσας, τα λόγια δεν σημαίνουν τίποτα, τα βλέμματα δεν συνδέονται, η Επιτροπή ήταν απλώς ένα σώμα που έχει ξεχάσει ότι ζει.

Στην Ολομέλεια της Βουλής, ο Προϋπολογισμός 2026 κυκλοφορούσε σαν εκπυρσοκροτημένο πυροτέχνημα.
Δάνεια μέσα σε άλλα δάνεια, πρόωρες αποπληρωμές σαν να θάβουν κόκαλα στο χώμα για να εξαφανιστούν τα φαντάσματα. Οι αριθμοί ανέβαιναν, κατέβαιναν, καμπύλωναν, μέχρι που κανείς δεν ήξερε πια αν μιλούσαν για την οικονομία ή για μια διεστραμμένη εκδοχή της μοίρας.

Η ακρίβεια στο κρέας άρχισε να φαίνεται όχι ως οικονομικό μέγεθος, αλλά ως βιολογική απειλή. Το μοσχάρι έγινε σύμβολο. Το χοιρινό έγινε μύθος. Το μοσχάρι γλύτωσε οριακά από το να χαρακτηριστεί «επενδυτικό προϊόν», το χοιρινό θυμίζει είδος σπάνιο, και το κοτόπουλο ανεβαίνει σαν να πουλιέται στη Wall Street. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι μετατράπηκε σε σκηνικό μετα-καπιταλιστικής τραγωδίας, όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να αγοράσουν πίσω την αξιοπρέπειά τους με το κιλό.

Αλλά η πραγματική έκρηξη δεν ήρθε από τα ράφια. Ήρθε από τα χωράφια. Το απόγευμα της Παρασκευής, οι αγρότες απέρριψαν την πρόσκληση του Κυριάκου Μητσοτάκη για συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου και αυτό, φίλε μου, δεν ήταν απλή είδηση. Ήταν ένα ηχηρό, ωμό, ξεκάθαρο: «Όχι, δεν ερχόμαστε. Δεν παίζουμε πια στο κάδρο που στήνετε».

Ποιος έχει δίκιο; Ποιος έχει άδικο; Ποιος οδηγεί αυτό το όχημα; Και πόσο κοντά είναι ο τοίχος; Η απάντηση ήταν μία: Κανείς δεν οδηγεί. Ο τοίχος είμαστε εμείς.

Στην Ευρώπη, η εκλογή Πιερρακάκη στο Eurogroup παρουσιάστηκε σαν φωτεινή πινακίδα στον δρόμο.
Αλλά στην Ελλάδα, το φως αυτό έμοιαζε με προβολέα που τυφλώνει. Σαν να λέει: «Ναι, μπορείτε να πετύχετε, αλλά θα χρειαστεί να διαλυθείτε πρώτα.»

Και κάπως έτσι η 50ή εβδομάδα του 2025 τελείωσε όπως άρχισε: με μια αίσθηση ότι όλα αυτά που βλέπουμε δεν είναι ξεχωριστά γεγονότα, είναι κομμάτια ενός ίδιου παζλ παραφοράς. Πολιτική θολούρα. Οικονομικοί ελιγμοί. Θεσμικές γροθιές στον αέρα. Κοινωνία στο όριο. Και μια χώρα που συνεχίζει να τρέχει μέσα στη νύχτα, χωρίς φώτα, χωρίς χάρτη, χωρίς τίποτα, μόνο με το θάρρος του απελπισμένου.

Όταν ο λαός δεν πάει στο Μαξίμου, το χάος έχει ήδη αρχίσει.