Skip to main content

Λοιπόν, για να τα πάρουμε από την αρχή…
Ήταν μία εβδομάδα που δεν έμοιαζε με καμία, αλλά στην πραγματικότητα έμοιαζε με όλες. Μία από αυτές που περνούν βαριά, όχι γιατί συνέβη κάτι συνταρακτικό, αλλά γιατί τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει ενώ όλα δείχνουν να τρίζουν. Η επικαιρότητα δεν φώναζε, ψιθύριζε. Κι αυτό είναι πάντα πιο ανησυχητικό. Αν η εβδομάδα που πέρασε ήταν άνθρωπος, θα καθόταν στο σαλόνι με χριστουγεννιάτικο πουλόβερ, θα έπινε ουίσκι από κούπα με τάρανδο και θα σου έλεγε ψέματα κοιτώντας σε στα μάτια. Αν ο Άγιος Βασίλης κατέβαινε από το έλκηθρο εδώ, δεν θα μοίραζε δώρα. Θα μοίραζε ειρωνεία. Θα άναβε τσιγάρο μέσα στο υπουργικό συμβούλιο και θα έλεγε: «Μην αγχώνεστε, παιδιά. Όλα λειτουργούν. Απλώς δεν λειτουργούν για εσάς». Η πολιτική αυτή την εβδομάδα δεν έκανε λάθη, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Συνήθισε τον κόσμο στο πρόβλημα. Δηλώσεις μετρημένες, κινήσεις ασφαλείας, διαχείριση χωρίς αφήγημα. Σαν να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία: να μη λυθεί τίποτα, αρκεί να μη φανεί ότι ξεφεύγει. Η εξουσία δεν πιέστηκε πραγματικά, απλώς δοκιμάστηκε. Και προς το παρόν, πέρασε το τεστ της αντοχής, όχι της εμπιστοσύνης.

Η είδηση της εβδομάδας δεν ήταν ότι οι αγρότες βγήκαν στα μπλόκα. Αυτό είναι το ελληνικό ημερολόγιο. Κάθε χειμώνα, η γη σηκώνει κεφάλι, το κράτος σηκώνει τους ώμους. Η είδηση ήταν το «θα κάνουμε γιορτές στα μπλόκα», αλλά «δεν θα εμποδίσουμε τον κόσμο να ταξιδέψει», ένα είδος λαϊκής ευγένειας πάνω στην κρατική αδιαφορία. Κι εκεί έρχεται η κυβέρνηση να μιλήσει με τη γνωστή θεραπευτική γλώσσα του γραφείου Τύπου. Διάλογος, «ανοιχτά χαρτιά», «τα πείσματα δεν ωφελούν», «από τα 27 αιτήματα έχουν ικανοποιηθεί τα 20». Όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να μετράει τα αιτήματα σαν να είναι tick-box, ξέρεις ότι δεν συζητάει αξιολογεί. Και το χειρότερο, αξιολογεί τους ανθρώπους σαν να είναι δείκτες απόδοσης. Και κάπου ανάμεσα στο «θα τα δούμε» και στο «έχουμε ήδη κάνει πολλά», πλανιέται και το άλλο: οι αναφορές για δικογραφίες – νομικές κινήσεις απέναντι στις κινητοποιήσεις, που κάνουν τους αγρότες να νιώθουν ότι τους μιλάνε σαν ύποπτους κι όχι σαν παραγωγούς.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πλευρά του, κινείται στο κλασικό πρωθυπουργικό modus operandi: να μη βρέχει πάνω του, να βρέχει δίπλα του. Πέρασε την εβδομάδα σαν drone: από ψηλά, ήσυχος, με το βλέμμα του ανθρώπου που πιστεύει βαθιά ότι η κοινωνία είναι διαχειρίσιμη. Δεν χρειάζεται να λερωθεί. Το σύστημα δουλεύει. Μπορεί να τρίζει, αλλά δουλεύει. Μέχρι να σπάσει. Και μέσα σε αυτό το χάος, το πιο καθαρό δείγμα ελληνικού σουρεαλισμού. Η χώρα φοράει κοστούμι Ευρώπης. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης πρόεδρος του Eurogroup. Ιστορικό. Σημαντικό. Τεράστιο. Είναι και ένα είδος εκδίκησης, η Ελλάδα, πρώην “υπό επιτήρηση”, τώρα προεδρεύει στην αίθουσα όπου κάποτε της έκαναν μάθημα. Κι όμως, στο εσωτερικό της, το κράτος δυσκολεύεται να πείσει έναν αγρότη ότι δεν τον κοροϊδεύει. Αυτό το χάσμα είναι η πραγματική “ελληνική ανάπτυξη”: διεθνής βιτρίνα, εγχώρια γκρίνια που γίνεται κανονικότητα. Διεθνής επιτυχία, εγχώρια παράνοια. Το εθνικό μας σπορ.

Στη Βουλή, η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ συνέχισε το γνώριμο μοτίβο: καταθέσεις, αντιπαραθέσεις, πολλές λέξεις, λίγη ουσία. Δηλαδή όλοι ήξεραν, κανείς δεν φταίει, όλοι αγανακτούν εκ των υστέρων. Κλασικό ελληνικό θέατρο. Φωνές, καταγγελίες, “θα πέσει φως”. Το φως πέφτει πάντα πάνω σε χαρτιά. Ποτέ σε ανθρώπους. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Φωνή, σύγκρουση, καταγγελία. Είναι συνεπής στο ύφος της. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Μετά τη σύγκρουση, τι; Αν δεν υπάρχει μετά, η σύγκρουση γίνεται αυτοσκοπός. Είναι μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται συχνά, τόσο συχνά που έχει αρχίσει να χάνει το νόημά της. Και όταν οι θεσμικές διαδικασίες χάνουν το νόημά τους, δεν ενισχύουν τη δημοκρατία, την αποδυναμώνουν.

Και μετά, έρχεται η εβδομάδα να σου θυμίσει ότι υπάρχει πάντα ένα υπόγειο επίπεδο παρακμής. Το επεισόδιο με τον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκο Παππά και την καταγγελία ότι γρονθοκόπησε δημοσιογράφο, προκαλώντας σάλο και πολιτικές αντιδράσεις Αυτό δεν είναι «ένταση». Είναι αυτοχειρία εικόνας. Είναι το σημείο που η πολιτική σταματά να προσποιείται ότι είναι διάλογος και γίνεται νταηλίκι σε δημόσια θέα.
Κι όταν αυτό συμβαίνει, δεν τραυματίζεται μόνο ένα κόμμα. Τραυματίζεται η ήδη κουρελιασμένη ιδέα ότι οι εκπρόσωποι μας μπορούν να σταθούν σαν ενήλικες σε κοινό χώρο.

Και κάπου εδώ, μέσα σε όλα, επιστρέφει σαν κακό όνειρο αυτό που δεν τελείωσε ποτέ: οι υποκλοπές. Predator. ΕΥΠ. «Νόμιμες επισυνδέσεις». Το δικαστήριο κάλεσε νέους μάρτυρες και δεν εμφανίστηκε κανένας από τους πρώτους πέντε. Και παράλληλα, καταθέσεις, μαρτυρίες δημοσιογράφων στη δίκη περιγράφουν ένα τοπίο που μυρίζει “συντονισμό”, ακόμη και αναφορές για πιθανό “κοινό κέντρο παρακολούθησης” μεταξύ ΕΥΠ και Predator, ή διαδρομές στοιχείων που φέρεται να περνούσαν από σημεία-κλειδιά του μηχανισμού. Την ίδια ώρα, στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί αυτό που περιγράφεται ως κυβερνητική σιωπή – “ομερτά” για τις υποκλοπές, ακριβώς επειδή η υπόθεση δεν “έκλεισε” ποτέ πολιτικά, απλώς κουκουλώθηκε επικοινωνιακά. Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν θυμάται. Κανείς δεν φταίει. Μόνο που όλοι κοιτάνε γύρω πριν μιλήσουν. Σαν να έχει μείνει κάτι μόνιμα ανοιχτό στο background. Σαν να ακούς το κλικ πριν από τη γραμμή.

Και κάπου εδώ, ο Άγιος Βασίλης θα σηκωνόταν από την καρέκλα, θα έπινε μια γουλιά, θα έφτυνε στο πάτωμα και θα έλεγε: «Ωραία χώρα. Όλοι παριστάνουν ότι λειτουργεί. Κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Καλά Χριστούγεννα».