Υπήρξε μια περίοδος, όχι πολύ μακρινή αλλά ήδη απίθανο να την ξαναζήσουμε, που η ταχύτητα δεν ήταν ακόμη παντού. Δεν βρισκόταν στην τσέπη, δεν αναβόσβηνε ως ειδοποίηση, δεν μετριόταν σε σήματα και αλγόριθμους. Ήταν κάτι που έπρεπε να το κυνηγήσεις. Να το ακούσεις. Να το ρισκάρεις. Και για μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωνε ανάμεσα σε πολυκατοικίες, πάρκινγκ πυλωτής και νυχτερινές διαδρομές στην άδεια πόλη, η ταχύτητα απέκτησε συγκεκριμένη μορφή μέσα από μια ταινία που δεν υποσχόταν βάθος ή διάρκεια, αλλά κάτι πολύ πιο άμεσο. Ένταση. Το 2001, το The Fast and the Furious δεν έμοιαζε με πολιτισμικό γεγονός. Έμοιαζε με θόρυβο που έμπαινε απότομα στο δωμάτιο και αρνιόταν να χαμηλώσει.

Δεν ήταν ταινία που ζητούσε ερμηνεία. Ζητούσε συμμετοχή. Και αυτό, για μια εποχή πριν από την ψηφιακή υπερδιέγερση, αποδείχθηκε αρκετό. Η ταχύτητα, τότε, δεν ήταν μια αφαιρετική έννοια. Είχε ακόμη κάτι που σε έκανε να την νιώθεις. Έκανε θόρυβο. Μύριζε καμένο λάστιχο. Είχε βάρος. Δεν κυκλοφορούσε ως δεδομένο, αλλά ως υπόσχεση. Για μια γενιά που μεγάλωνε με περιορισμούς σε χώρους, σε χρήματα, σε προοπτικές, αυτή η υπόσχεση αρκούσε.
Η γενιά εκείνη έμαθε να βλέπει το αυτοκίνητο όχι απλώς ως μέσο, αλλά ως ένδειξη χαρακτήρα. Δεν ήταν τυχαίο ότι το όνειρο δεν ήταν το καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά το «πειραγμένο». Το nitrous δεν λειτουργούσε ως τεχνικός όρος, λειτουργούσε ως αφήγηση. Οι νυχτερινές κόντρες στην παραλιακή, τα πρόχειρα συνεργεία, οι διαδρομές χωρίς προορισμό δημιουργούσαν μια αίσθηση απόλυτου ελέγχου. Δημιουργούσαν την ιδέα οτι αν πατήσεις αρκετά δυνατά το γκάζι, μπορείς να ξεφύγεις από τη μικρή καθημερινότητα, από τη στασιμότητα, ίσως και από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το Fast & Furious γεννήθηκε σε έναν κόσμο όπου η εμπειρία δεν ήταν ακόμη διαρκώς φιλτραρισμένη από οθόνες. Τα videogames ήταν περιορισμένα, το internet αργό, η εικόνα όχι αυτονόητη. Η ταχύτητα, λοιπόν, δεν ήταν αλγόριθμος, ήταν συμβάν. Και η υπερβολή της ταινίας δεν εκλήφθηκε αρχικά ως γελοία, αλλά ως μια απελευθέρωση, μια υπερβολή που απαντούσε σε μια πραγματική έλλειψη έντασης. Με τα χρόνια, όμως, η σειρά έκανε αυτό που συχνά συμβαίνει στη μαζική κουλτούρα. Άρχισε να πιστεύει υπερβολικά στον εαυτό της. Από μικροεγκληματίες των δρόμων, οι ήρωες μετατράπηκαν σε υπερανθρώπους. Από νυχτερινές κόντρες, σε παγκόσμιες αποστολές. Από «πειραγμένα» αυτοκίνητα, σε αφηγήματα γεωπολιτικής φαντασίωσης. Το franchise μεγάλωσε, φούσκωσε, έγινε ακριβό και κάπου εκεί άρχισε να χάνει το ρίσκο που το είχε γεννήσει.

Ο θάνατος του Paul Walker λειτούργησε σαν άτυπο κλείσιμο μιας εποχής. Όχι επειδή η σειρά δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αλλά επειδή χάθηκε ο τελευταίος κρίκος που τη συνέδεε με την αρχική της αθωότητα. Από εκεί και μετά, το Fast & Furious έμοιαζε λιγότερο με φαντασίωση ελευθερίας και περισσότερο με εταιρική υποχρέωση κάτι που έπρεπε να συμβεί, όχι κάτι που ήθελε να συμβεί. Στο μεταξύ, το κοινό είχε αλλάξει. Οι θεατές που κάποτε έβγαιναν από την αίθουσα, και η έξοδος από τα πάρκινγκ του κινηματογράφου έμοιαζε με συνέχεια της ταινίας με την αίσθηση ότι ο δρόμος τους ανήκει, είναι σήμερα σαραντάρηδες, με παιδιά, δάνεια και αυτοκίνητα που εξυπηρετούν ανάγκες, όχι όνειρα. Οι νεότεροι μεγάλωσαν με οθόνες, όχι με κινητήρες. Η ταχύτητα δεν τους συγκινεί γιατί τη βιώνουν ως δεδομένη. Και η ιδέα ότι η ταυτότητα χτίζεται γύρω από έναν κινητήρα μοιάζει, αν όχι αφελής, τουλάχιστον ξένη.

Ίσως, τελικά, το Fast & Furious να μην τελείωσε επειδή εξαντλήθηκε δημιουργικά. Ίσως να τελείωσε επειδή ολοκλήρωσε τη δουλειά του. Υπήρξε το πολιτισμικό όχημα μιας γενιάς που έμαθε να ονειρεύεται πριν μάθει να φοβάται. Που πίστεψε ότι η ταχύτητα είναι λύση και όχι σύμπτωμα. Και που σήμερα κοιτάζει πίσω με μια γλυκιά αμηχανία, όπως κοιτά κανείς παλιές διαδρομές γνωρίζοντας ότι δεν θα τις ξανακάνει, αλλά αναγνωρίζοντας ότι κάποτε τις είχε ανάγκη.
Αν υπάρξει συνέχεια, θα είναι αλλιώς. Πιο μικρή. Πιο προσεκτική. Πιο υπολογισμένη. Όπως ακριβώς κι εμείς. Γιατί, στο τέλος, το Fast & Furious δεν μιλούσε ποτέ πραγματικά για αυτοκίνητα. Μιλούσε για τον χρόνο και για την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να τον προσπεράσουμε, αν απλώς πατήσουμε λίγο πιο δυνατά το γκάζι.





