Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν ανάψει το φως, που όλα μοιάζουν ακόμη πιθανά. Σε εκείνο ακριβώς το ενδιάμεσο, ανάμεσα στην προσμονή και την αποκάλυψη, τοποθετείται η Ferrari Luce. Όχι απλώς ως το πρώτο πλήρως ηλεκτρικό μοντέλο της Ferrari, αλλά ως μια απόπειρα να επαναδιατυπωθεί το τι σημαίνει Ferrari σε έναν κόσμο χωρίς τον ήχο του V12. Η Luce, «φως» στα ιταλικά, παρουσιάστηκε στο Σαν Φρανσίσκο, όχι τυχαία. Εκεί όπου η τεχνολογία δεν αντιμετωπίζεται ως εργαλείο, αλλά ως πολιτισμικό λεξιλόγιο. Εκεί όπου εδώ και χρόνια σχεδιάζεται το μέλλον της ανθρώπινης εμπειρίας. Και εκεί όπου η Ferrari συνεργάζεται στενά, τα τελευταία πέντε χρόνια, με το LoveFrom, το δημιουργικό στούντιο που ίδρυσαν ο Jony Ive και ο Marc Newson, δύο από τις πιο καθοριστικές φιγούρες του σύγχρονου βιομηχανικού σχεδιασμού.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μια «Ferrari με οθόνες». Είναι κάτι πιο σπάνιο: ένα εσωτερικό που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί πρώτα με τα χέρια και μετά με το λογισμικό. Σε μια εποχή όπου τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα τείνουν να καταλήγουν σε έναν γιγάντιο πίνακα αφής, η Luce κάνει μια συνειδητή στροφή προς την αφή, το βάρος, την αίσθηση. Μηχανικά κουμπιά, διακόπτες και περιστροφικά χειριστήρια συνυπάρχουν με προσεκτικά τοποθετημένες ψηφιακές επιφάνειες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που θυμίζει περισσότερο πιλοτήριο αεροσκάφους παρά tablet πάνω σε ταμπλό.

Το τιμόνι, η καρδιά κάθε Ferrari, είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο. Τρίκτινο, εμπνευσμένο από τα μοντέλα της δεκαετίας του ’50 και του ’60, με εμφανείς ακτίνες από ανακυκλωμένο αλουμίνιο, κατεργασμένο με ακρίβεια κοσμηματοποιού. Είναι ελαφρύτερο από οποιοδήποτε προηγούμενο τιμόνι της εταιρείας και φιλοξενεί αναλογικού τύπου χειριστήρια, ρυθμισμένα ώστε να προσφέρουν μηχανική και ακουστική ανάδραση μια μικρή, αλλά ουσιαστική, υπενθύμιση ότι η οδήγηση δεν είναι μόνο πληροφορία, είναι και συναίσθημα.

Ο πίνακας οργάνων ακολουθεί την κίνηση του τιμονιού, με επικαλυπτόμενες OLED οθόνες που δημιουργούν βάθος και καθαρότητα. Η κεντρική κονσόλα μπορεί να στραφεί προς τον οδηγό ή τον συνοδηγό, ενώ ένα δεύτερο, πίσω χειριστήριο επεκτείνει τη λειτουργικότητα πέρα από τα μπροστινά καθίσματα. Τα γραφικά αντλούν αναφορές από ιστορικά όργανα Ferrari και από την ωρολογοποιία, σχεδιασμένα ώστε να μειώνουν το γνωστικό φορτίο και να διαβάζονται με μια ματιά, όχι να διεκδικούν την προσοχή.

Τα υλικά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Αλουμίνιο CNC, ανοδιωμένο για αντοχή και υφή. Γυαλί Corning Gorilla Glass όχι μόνο στις οθόνες, αλλά και στον επιλογέα ταχυτήτων και στο ίδιο το κλειδί. Ναι, το κλειδί: ένα μικρό αντικείμενο με οθόνη E Ink, τεχνολογία γνωστή από τα e-readers, αλλά πρωτοφανής στην αυτοκίνηση. Τοποθετείται σε μια ειδική βάση και ενεργοποιεί μια «χορογραφημένη» ακολουθία εκκίνησης, σχεδιασμένη να αντικαταστήσει το τελετουργικό της ανάφλεξης ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης.

Η Ferrari επιμένει ότι η Luce δεν είναι αποκοπή από το παρελθόν, αλλά μετάφρασή του. Η απουσία ήχου δεν σημαίνει απουσία ταυτότητας. Σημαίνει αναζήτηση νέων τρόπων για να δημιουργηθεί ένταση, προσμονή, συγκίνηση. Γι’ αυτό και το εσωτερικό αντιμετωπίζεται ως ένας ενιαίος, ήρεμος «όγκος». Οι φόρμες απλοποιούνται, ο οπτικός θόρυβος αφαιρείται, και το hardware αναπτύσσεται ταυτόχρονα με το software, ώστε τίποτα να μη μοιάζει πρόσθετο ή ανταγωνιστικό.

Το όνομα Luce σηματοδοτεί και κάτι ακόμη: την αρχή μιας νέας φιλοσοφίας ονοματοδοσίας και, ίσως, μιας νέας εποχής για τη Ferrari. Η εταιρεία αποκάλυψε επίσημα το όνομα και το εσωτερικό χθες 9 Φεβρουαρίου 2026, μετά από μια πρώτη τεχνική παρουσίαση τον περασμένο Οκτώβριο. Το τρίτο και τελικό κεφάλαιο —η εξωτερική σχεδίαση— αναμένεται να παρουσιαστεί στην Ιταλία τον Μάιο.
Μέχρι τότε, η Luce λειτουργεί σαν υπόσχεση. Ότι η ηλεκτροκίνηση δεν χρειάζεται να είναι ψυχρή. Ότι η τεχνολογία μπορεί να γίνει αόρατη, χωρίς να χάνει την ακρίβειά της. Και ότι, ίσως, αυτό είναι το πιο κοντινό που θα φτάσουμε ποτέ σε ένα «Apple Car» — μόνο που εδώ, το σήμα στο καπό εξακολουθεί να είναι ένα καλπάζον άλογο.





