Στις 4 Ιανουαρίου, στο FIR Αθηνών, συνέβη ένα σοβαρό περιστατικό που αφορούσε τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας. Όχι ένα επικοινωνιακό «ατύχημα», αλλά ένα γεγονός που άγγιξε τον πυρήνα της αεροναυτιλιακής ασφάλειας. Δύο ημέρες αργότερα, εξακολουθεί να μην υπάρχει καμία ουσιαστική, επίσημη, τεχνικά επαρκής ενημέρωση από τους αρμόδιους φορείς για το τι ακριβώς συνέβη, πώς αντιμετωπίστηκε και – κυρίως – τι μέτρα λαμβάνονται για να μην επαναληφθεί. Αυτή η σιωπή δεν είναι απλώς προβληματική. Είναι θεσμικά επικίνδυνη.
Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και τα συναρμόδια υπουργεία έχουν θεσμική υποχρέωση όχι μόνο να διαχειρίζονται συμβάντα, αλλά και να λογοδοτούν. Στην αεροναυτιλία, η διαφάνεια δεν είναι πολιτική επιλογή, είναι στοιχείο ασφάλειας. Η έγκαιρη, ψύχραιμη και τεκμηριωμένη ενημέρωση δεν καθησυχάζει απλώς την κοινή γνώμη – επιτρέπει στη διεθνή κοινότητα να αξιολογήσει, να συγκρίνει και να βελτιώσει. Η ΥΠΑ ανακοίνωσε ότι στις 4/1/2026 και ώρα 08:59 σημειώθηκε μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες που εξυπηρετούν το FIR Αθηνών, με ταυτόχρονη πτώση των γραμμών HELLAS COM και των τηλεφωνικών γραμμών επιχειρησιακής επικοινωνίας, ενώ ο“θόρυβος” περιγράφηκε ως συνεχής, ακούσια εκπομπή.
Αργότερα, επικαλέστηκε “πρώτες ενδείξεις” ότι η προέλευση σχετίζεται με τηλεπικοινωνιακές υποδομές και ότι το πρόβλημα αποκαταστάθηκε. Όμως δύο ημέρες μετά, αυτό που λείπει δεν είναι η διαβεβαίωση ότι “επανήλθε η λειτουργία”, αλλά μια θεσμική εξήγηση. Τι ακριβώς απέτυχε, ποια εφεδρεία δεν λειτούργησε, ποιος έχει την ευθύνη και ποια μέτρα πρόληψης λαμβάνονται. Γιατί στην αεροναυτιλία, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα — είναι ρίσκο.

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας μας είπε μόνο ότι δεν κοστίζει: «τεχνικός θόρυβος», «παρεμβολή», «αποκατάσταση». Καμία λέξη για single point of failure. Καμία λέξη για εφεδρείες που, προφανώς, δεν λειτούργησαν. Καμία λέξη για το πώς γίνεται να πέφτουν και οι ραδιοσυχνότητες και οι τηλεπικοινωνιακές γραμμές την ίδια ώρα, σε έναν εναέριο χώρο που υποτίθεται ότι λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα ασφαλείας. Αυτό δεν είναι «ατυχία». Αυτό είναι αρχιτεκτονική ευπάθειας. Η απουσία ενημέρωσης γεννά εύλογα ερωτήματα: Υποτιμήθηκε η σοβαρότητα του περιστατικού; Υπάρχει φόβος πολιτικού κόστους; Ή απλώς δεν υπάρχει έτοιμος μηχανισμός διαχείρισης και επικοινωνίας κρίσεων σε κρίσιμες υποδομές;
Και γίνεται χειρότερο. Γιατί αυτό συνέβη λίγες μέρες αφότου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μη εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων αεροναυτιλιακής ασφάλειας, κανόνων που έπρεπε να εφαρμόζονται από το 2020. Όχι για τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά για ελλείψεις που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια πτήσεων, την επίγνωση κατάστασης των πιλότων και τα εργαλεία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Το ευρωπαϊκό έγγραφο είναι απολύτως σαφές. Η Ελλάδα όφειλε από τον Δεκέμβριο του 2020 να έχει δημοσιεύσει τις απαιτούμενες διαδικασίες PBN σε 44 άκρα διαδρόμων. Δεν το έκανε. Αγνόησε προειδοποιήσεις, αιτιολογημένες γνώμες και προθεσμίες. Και μόνο όταν εξαντλήθηκε η θεσμική ανοχή, η υπόθεση έφτασε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το συμβάν της 4ης Ιανουαρίου δεν μπορεί να ιδωθεί ως μεμονωμένο. Δεν γνωρίζουμε – και αυτό είναι το πρόβλημα – αν συνδέεται με ελλείψεις συστημάτων, με ανθρώπινο παράγοντα, με διαδικαστικά κενά ή με συνδυασμό όλων αυτών. Δεν γνωρίζουμε αν ενεργοποιήθηκαν πρωτόκολλα, αν υπήρξε εσωτερική διερεύνηση, αν ενημερώθηκαν διεθνείς οργανισμοί, αν αξιολογήθηκε ο κίνδυνος. Δεν γνωρίζουμε, γιατί κανείς δεν μίλησε. Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: Μήπως δεν πρόκειται μόνο για τεχνικό ζήτημα, αλλά για αποτυχία διαχείρισης κρίσης;
Η κυβέρνηση που αυτοσυστήνεται ως τεχνοκρατική και ευρωπαϊκή, αντιμετωπίζει την ασφάλεια σαν επικοινωνιακό event. Αν δεν έπεσε αεροπλάνο, όλα καλά. Αν δεν γράφτηκε διεθνές headline, προχωράμε.
Αν το σύστημα «επανήλθε», δεν χρειάζεται εξήγηση. Λάθος. Επικίνδυνα λάθος. Στην αεροναυτιλία, η κρίση δεν τελειώνει όταν αποκατασταθεί η λειτουργία. Τελειώνει όταν εξηγηθεί τι πήγε στραβά και πώς δεν θα ξανασυμβεί. Όλα τα άλλα είναι διαχείριση εντυπώσεων. Και οι εντυπώσεις δεν κρατάνε αεροπλάνα στον αέρα. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το συμβάν της 4ης Ιανουαρίου. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι το κράτος δεν ένιωσε την ανάγκη να λογοδοτήσει. Σαν να μας λέει: «μην ρωτάτε, δεν έγινε τίποτα σοβαρό». Σαν να μας ζητά να εμπιστευτούμε σιωπηλά ένα σύστημα που ήδη ελέγχεται και παραπέμπεται από την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι απλώς κακή διαχείριση κρίσης. Είναι θεσμική αλαζονεία.
Τα αεροδρόμια και ο εναέριος χώρος δεν είναι πεδίο επικοινωνιακής διαχείρισης. Είναι κόμβοι υψηλού ρίσκου, όπου το λάθος δεν συγχωρείται και η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει θεσμική αδράνεια και, ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της χώρας δεν παρέχονται απαντήσεις για ένα σοβαρό συμβάν, τότε δεν μιλάμε απλώς για αστοχία. Μιλάμε για θεσμική αναξιοπιστία.
Δύο ημέρες μετά το περιστατικό στο FIR Αθηνών, το ερώτημα δεν είναι αν «όλα πήγαν καλά».
Το ερώτημα είναι ποιος εξηγεί τι συνέβη, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη και ποιος εγγυάται ότι δεν θα ξανασυμβεί.
Και μέχρι να υπάρξουν απαντήσεις, η σιωπή θα παραμένει ο μεγαλύτερος κίνδυνος στον εναέριο χώρο της χώρας.





