Skip to main content

Κάπου ανάμεσα σε μια διαφήμιση για κολαγόνο, ένα βίντεο τεχνητής νοημοσύνης που προσποιείται άνθρωπο και μια ανάρτηση που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί περισσότερο για να πουλήσει παρά για να ειπωθεί, το Instagram άρχισε —για λίγες ημέρες— να μοιάζει διαφορετικό. Το feed γέμισε με εικόνες που έμοιαζαν σχεδόν αμήχανες: παλιές φωτογραφίες, χαμηλής ανάλυσης, τραβηγμένες χωρίς σκέψη για το φως ή τη γωνία. Στιγμές που δεν ζητούσαν τίποτα από τον θεατή, πέρα από μια ματιά. Η χρονιά στην οποία επέστρεφαν αυτές οι εικόνες ήταν σχεδόν πάντα η ίδια: 2016. Δεν νοσταλγούμε το 2016 επειδή ήταν ανέμελο. Το νοσταλγούμε επειδή, εκ των υστέρων, μοιάζει με την τελευταία χρονιά πριν ο κόσμος —και ειδικά το διαδίκτυο— αλλάξει τρόπο ύπαρξης.

Το 2016 βρίσκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών του ίντερνετ. Από τη μία, μια περίοδος όπου τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούσαν ακόμη ως χώροι κοινωνικότητας: έβλεπες φίλους, γνωστούς, πρόσωπα με τα οποία είχες μια κάποια σχέση. Από την άλλη, η σταδιακή αλλά καθοριστική μετάβαση σε ένα περιβάλλον όπου το περιεχόμενο δεν οργανώνεται από τον χρόνο ή την ανθρώπινη εγγύτητα, αλλά από αλγορίθμους που προβλέπουν —και κατευθύνουν— τη συμπεριφορά. Όταν το Instagram άρχισε να εγκαταλείπει τη χρονολογική σειρά υπέρ της αλγοριθμικής επιλογής, η αλλαγή παρουσιάστηκε ως βελτίωση. Λιγότερος «θόρυβος», περισσότερο «σχετικό» περιεχόμενο. Στην πράξη, όμως, αυτό που χάθηκε δεν ήταν απλώς η σειρά των αναρτήσεων, αλλά η αίσθηση ισότητας. Κάθε post δεν είχε πια την ίδια πιθανότητα να ιδωθεί. Κάθε χρήστης δεν μιλούσε πια στο ίδιο ψηφιακό κοινό.

Το feed έπαψε να μοιάζει με κοινόχρηστο χώρο και άρχισε να λειτουργεί σαν ιδιωτικός διάδρομος, σχεδιασμένος για να κρατά το βλέμμα όσο το δυνατόν περισσότερο. Η σημερινή επιστροφή στο 2016 φωτίζει ακριβώς αυτή τη διαφορά. Οι παλιές φωτογραφίες μοιάζουν πιο «αληθινές» όχι επειδή είναι λιγότερο επεξεργασμένες, αλλά επειδή δεν έχουν σαφή σκοπό. Δεν είναι προϊόντα, δεν είναι brands, δεν είναι μέρος στρατηγικής. Δεν προσπαθούν να αποδώσουν.

Αντίθετα, η σύγχρονη ψηφιακή εικόνα φέρει πάνω της μια αίσθηση υποχρέωσης. Να τραβήξει προσοχή. Να αποδώσει. Να μετατραπεί σε engagement. Ακόμη και η αυθεντικότητα σήμερα συχνά μοιάζει επιμελημένη — σχεδόν σκηνοθετημένη. Η νοσταλγία του 2016 δεν αφορά, λοιπόν, τόσο το παρελθόν όσο το παρόν που έχει γίνει εξαντλητικό. Ένα παρόν όπου κάθε ανάρτηση είναι δήλωση, κάθε εικόνα αξιολογείται, κάθε στιγμή κινδυνεύει να μετατραπεί σε περιεχόμενο.

Για πολλούς millennials, zillennials, αλλά και νεότερους χρήστες που θυμούνται ελάχιστα εκείνη την εποχή— το 2016 συμβολίζει την τελευταία περίοδο όπου το διαδίκτυο δεν απαιτούσε συνεχή αυτοδιαχείριση. Όπου μπορούσες να «ανεβάσεις κάτι» χωρίς να αναρωτηθείς πώς θα αποδώσει. Όπου δεν ένιωθες ότι παρακολουθείσαι από ένα αόρατο σύστημα μέτρησης.

Στην Ελλάδα, όμως, αυτή η αφήγηση μπλοκάρει. Το 2016 δεν ήταν χρονιά αφέλειας. Ήταν χρονιά μνημονιακής κόπωσης, θεσμικής ασφυξίας και κοινωνικής εξάντλησης. Η χώρα βρισκόταν ήδη στον έβδομο χρόνο κρίσης. Το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής είχε μόλις ξεκινήσει, τα capital controls δεν είχαν ακόμη φύγει από τη συλλογική μνήμη, και η πολιτική ζωή κινούνταν ανάμεσα στη διαπραγμάτευση και την επιβολή.

Το 2016 επιστρέφει. Όχι με τον ίδιο τρόπο. Όχι με την ίδια ένταση. Αλλά επιστρέφει. Αυτή η επιστροφή δεν είναι νοσταλγία για το τι ήταν η Ελλάδα τότε. Είναι νοσταλγία για το πως ζούσαμε. ο 2016 στην Ελλάδα ήταν μια χρονιά όπου όλα έμοιαζαν δύσκολα αλλά προσωρινά. Η κρίση, όσο σκληρή κι αν ήταν, είχε ακόμη αφήγημα. Υπήρχαν ημερομηνίες, αξιολογήσεις, στόχοι, σύνοδοι κορυφής. Υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι “τελειώνει”, έστω κι αν δεν ξέραμε πότε. Η δυσκολία είχε αρχή, μέση και θεωρητικά τέλος.

Η σύγχρονη ελληνική εμπειρία δεν χαρακτηρίζεται από μια μεμονωμένη κρίση, αλλά από μια συσσώρευση πιέσεων χωρίς κάθαρση: ακρίβεια, στεγαστική ασφυξία, επισφαλής εργασία, μόνιμη αβεβαιότητα. Το μέλλον δεν μοιάζει πια μπλοκαρισμένο αλλά είναι προδιαγεγραμμένο σε χαμηλή ένταση. Σε αυτό το πλαίσιο, το 2016 αποκτά έναν παράδοξο ρόλο. Όχι ως καλή χρονιά, αλλά ως η τελευταία χρονιά όπου η φθορά είχε ρυθμό.

Υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο αόρατο αλλά καθοριστικό. Το 2016, ακόμη και στην Ελλάδα της κρίσης, το διαδίκτυο δεν είχε γίνει πλήρως εχθρικό περιβάλλον. Τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούσαν ακόμη κυρίως ως χώροι επικοινωνίας, όχι ως μηχανισμοί απόδοσης. Δεν μιλούσαμε για “προσωπικό brand”. Δεν μετρούσαμε την αξία της παρουσίας με engagement. Η καθημερινότητα μπορεί να ήταν σκληρή, αλλά δεν χρειαζόταν να τη σκηνοθετήσεις.

Η μετάβαση από το χρονολογικό feed στον αλγόριθμο, που διεθνώς συνέπεσε με εκείνη την περίοδο, είχε στην Ελλάδα μια ιδιαίτερη επίδραση. Για μια κοινωνία ήδη εξαντλημένη από τη σύγκριση —με άλλες χώρες, άλλες ζωές, άλλες κανονικότητες— το αλγοριθμικό περιβάλλον ενίσχυσε το αίσθημα ατομικής ευθύνης για μια συλλογική αποτυχία. Αν δεν “τα κατάφερνες”, το πρόβλημα έμοιαζε προσωπικό. Το 2016 προηγείται αυτής της πλήρους εσωτερίκευσης. Γι’ αυτό και η ελληνική νοσταλγία για το 2016 δεν μοιάζει με τη διεθνή. Δεν επιστρέφει μέσα από aesthetics. Δεν έχει φίλτρα. Δεν είναι pop. Είναι πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική. Είναι η ανάμνηση μιας εποχής όπου, παρά την κατάρρευση, ο χρόνος δεν είχε παγώσει.

Ο Έλληνας δεν νοσταλγεί το 2016 επειδή ήταν καλύτερα. Το ανακαλεί επειδή τότε η δυσκολία είχε ακόμα μορφή σύγκρουσης. Σήμερα έχει μορφή φθοράς. Και εδώ βρίσκεται η κοινή τομή με την παγκόσμια τάση. Όχι στο τι ήταν το 2016, αλλά στο τι ακολούθησε. Για όλους, με διαφορετικούς τρόπους, το 2016 μοιάζει εκ των υστέρων με το τελευταίο σημείο πριν η καθημερινότητα γίνει μόνιμα βαριά, μόνιμα κουραστική. Το ελληνικό 2016 δεν χωράει εύκολα στην παγκόσμια νοσταλγία, γιατί δεν ήταν ποτέ ειδυλλιακό. Κι όμως επιστρέφει, γιατί —σε αντίθεση με το σήμερα— επέτρεπε ακόμη την ψευδαίσθηση ότι κάτι αλλάζει.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της επιστροφής του. Όχι ότι θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, αλλά ότι δυσκολευόμαστε να φανταστούμε μπροστά.

stegi radio