Υπάρχουν μυθιστορήματα που αντιστέκονται με μια παράξενη, σχεδόν σωματική επιμονή στην ιδέα ότι πρέπει να διαβαστούν και μόνο να διαβαστούν. Έργα που μοιάζουν φτιαγμένα για να μένουν κλειστά στο χαρτί, σαν να ξέρουν ότι η μετάβαση στην οθόνη κινδυνεύει να τους αφαιρέσει κάτι από την εσωτερική τους ταραχή. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Aπαιτητικό, σκοτεινό, εσωτερικό. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η τηλεοπτική μεταφορά της από την ΕΡΤ δεν είναι απλώς μια απόφαση παραγωγής, αλλά είναι μια πολιτισμική χειρονομία με νόημα.
Η ιστορία της Μαρίνας, της Γαλλίδας που φτάνει στη Σύρο μέσα από μια ρομαντική αυταπάτη, για να βρεθεί σύντομα παγιδευμένη ανάμεσα στη σκληρή πεθερά της, τη Ραΐζαινα, και στους δαίμονες του εαυτού της, δεν είναι ένα line-up έτοιμο για σενάριο. Είναι μια αφήγηση εσωτερική, διαποτισμένη από υπόγειο ερωτισμό, ενοχή, θρησκευτική αγωνία και μια αίσθηση μοίρας που δεν εξηγείται, μόνο αισθάνεται. Ο Καραγάτσης δεν έγραψε απλώς την πλοκή μιας γυναίκας που νιώθει ξένη. Έγραψε την παραβολή της διαφορετικότητας στην καρδιά μιας κοινωνίας που, ακόμη και σήμερα, δεν είναι πλήρως συμφιλιωμένη με το «άλλο».
Η σειρά του ERTFLIX επιχειρεί να μεταφράσει όλα αυτά σε κινούμενες εικόνες χωρίς να εξομαλύνει. Η Σύρος που αναδύεται μέσα από τα πλάνα δεν είναι μεταπολιτισμικά instagrammable. Είναι μια νησιωτική κοινωνία που μοιάζει κλειστή, ασφυκτική, στέρεη, σαν τα παλιά πέτρινα αρχοντικά της· κοινωνία που υποδέχεται τη Μαρίνα με την επίφαση της φιλοξενίας αλλά την κρατά πάντοτε σε απόσταση. Το φως δεν είναι το γνωστό κυκλαδίτικο, ομοιόμορφο λευκό, αλλά μια ωμή λάμψη που φωτίζει ρωγμές και όχι καρτ-ποστάλ. Κι έτσι, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η τηλεόραση αναγκάζεται να δείξει μια Ελλάδα που δεν έχει εξιδανικευτεί για κατανάλωση.
Φυσικά, το μεγάλο στοίχημα εδώ δεν είναι το ντεκόρ αλλά η ψυχή του έργου. Το πώς μεταφράζεται μια εσωτερική καταιγίδα σε σκηνοθεσία. Ο Καραγάτσης έστησε την αφήγηση πάνω σε ένα ψυχογράφημα και η κάμερα δεν μπορεί να αντιγράψει τον εσωτερικό μονόλογο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να να βρει ισοδύναμα. Το βλέμμα της ηρωίδας, τις στιγμές σιωπής, τη μουσική που υποβόσκει, τις μικρές εκρήξεις έντασης που θυμίζουν ότι αυτό δεν είναι πραγματικά μια ιστορία αγάπης, είναι μια ιστορία διάβρωσης. Διαβρωτικής συνύπαρξης, οικογενειακής ασφυξίας, κοινωνικής κρίσης ταυτότητας.
Η τηλεοπτική «Μεγάλη Χίμαιρα» αναγκάζει τον θεατή να έρθει αντιμέτωπος με ένα άλλο είδος ελληνικότητας, πιο άβολο, πιο στριφνό. Δεν υπάρχει η συνήθης τηλεοπτική απλοποίηση των χαρακτήρων. Η Μαρίνα δεν είναι ηρωίδα. Η Ραΐζαινα δεν είναι κακιά. Ο Γιάννης δεν είναι ρομαντικός. Οι άνθρωποι είναι σύνθετοι, όπως τους θέλησε ο συγγραφέας: ικανοί για τρυφερότητα και σκληρότητα, για αγάπη και καταστροφή. Η σειρά διατηρεί αυτή τη διττότητα και έτσι ανοίγει μια συνομιλία με το σήμερα.
Διότι, όσο και αν μοιάζει ιστορία εποχής, η «Μεγάλη Χίμαιρα» μιλάει κατευθείαν στην εποχή μας. Τι σημαίνει να είσαι ξένος; Τι σημαίνει να προσπαθείς να ενταχθείς; Πώς λειτουργούν οι θεσμοί της οικογένειας, της παράδοσης, της θρησκείας πάνω στο σώμα ενός ανθρώπου που δεν ανήκει εκεί; Και πώς αντιδρά μια κοινωνία όταν η ξενότητα απειλεί να της θυμίσει τα δικά της απωθημένα;
Σε μια Ελλάδα που ακόμη παλεύει με την έννοια της ταυτότητας, η Μαρίνα γίνεται ένας καθρέφτης. Δείχνει την ανάγκη για αποδοχή, αλλά και τη βίαιη αντίδραση απέναντι στο καινούριο. Δείχνει την επικίνδυνη τομή ανάμεσα στην ενοχή και την επιθυμία. Δείχνει το τίμημα της προσπάθειας να ξεριζώσεις τον εαυτό σου από τα συμφραζόμενά του, και πόσο συχνά αυτό το τίμημα πληρώνεται σε τραγωδία.
Αυτό που κάνει την τηλεοπτική μεταφορά τόσο σημαντική δεν είναι η πιστότητα στο βιβλίο, αλλά η ακρίβεια στο συναίσθημα. Δεν είναι η αναπαράσταση της Σύρου, αλλά η αναβίωση του κλίματος μιας κοινωνίας σε ένταση. Δεν είναι η πλοκή, αλλά η ατμόσφαιρα. Το βάρος του ανείπωτου. Ο παλμός μιας εποχής που δεν έχει απαλλαγεί ποτέ από τις εμμονές της.
Η δημόσια τηλεόραση, επενδύοντας σε μια τέτοια παραγωγή, παίρνει θέση σε μια μεγαλύτερη συζήτηση. Τι σημαίνει πολιτιστική ευθύνη σε μια εποχή όπου το περιεχόμενο παράγεται γρήγορα και καταναλώνεται ακόμη γρηγορότερα; Η μεταφορά ενός κλασικού έργου δεν είναι απλώς μια επιλογή branding. Είναι μια πράξη μνήμης. Μια προσπάθεια να θυμηθούμε ότι η ελληνική λογοτεχνία έχει χαρακτήρες πιο σύνθετους, πιο σκοτεινούς και πιο βαθιά ανθρώπινους από όσους συνηθίζει να δείχνει η τηλεόραση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία της «Μεγάλης Χίμαιρας» στην οθόνη. Μας θυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν είναι μουσειακό είδος. Ότι μπορεί ακόμη να ενοχλεί, να συγκινεί, να ταράζει. Κι ότι κάτω από την επιφάνεια μιας ιστορίας για έναν έρωτα στη Σύρο, κρύβεται μια πιο επικίνδυνη ερώτηση. Πόσο μακριά μπορούμε να πάμε στην προσπάθεια να γίνουμε κάποιοι άλλοι; Και πόσο συχνά αυτή η προσπάθεια μάς οδηγεί πίσω και όχι μπροστά. Η χίμαιρα, τελικά, δεν είναι ποτέ μόνο της Μαρίνας. Είναι όλων μας.





