Όχι επειδή άλλαξαν εκείνοι, αλλά επειδή η pop κουλτούρα έπαψε να μιλά για τον κόσμο
Τα περισσότερα τραγούδια σήμερα δεν μιλούν για γεγονότα αλλά για διαθέσεις. Στις λίστες ακούμε χωρισμούς, άγχος, αυτοπεποίθηση, νυχτερινή διάθεση και όχι πόλεις, κυβερνήσεις ή συγκρούσεις. Ακούμε μουσική περισσότερες ώρες από ποτέ, αλλά σπάνια θυμόμαστε τι έλεγε το τραγούδι. Θυμόμαστε μόνο τη διάθεση που άφησε. Κάποια στιγμή μέσα στην τελευταία δεκαετία, η μουσική σταμάτησε να περιγράφει την πραγματικότητα. Δεν έγινε απότομα· έγινε ήσυχα. Τα τραγούδια συνέχισαν να κυκλοφορούν, οι καλλιτέχνες να μιλούν ασταμάτητα, αλλά όχι για ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Μιλούσαν για τον εαυτό τους, για το συναίσθημα σε ουδέτερη θερμοκρασία. Η εποχή έγινε πολιτική· η μουσική έγινε προσωπική, δηλαδή μιλάμε περισσότερο για όσα νιώθουμε και λιγότερο για όσα συμβαίνουν. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η pop απέκτησε έναν άτυπο κανόνα: να μην παίρνει θέση.
Δεν πρόκειται για λογοκρισία. Πρόκειται για οικονομία. Σε μια βιομηχανία streaming όπου το τραγούδι δεν αγοράζεται αλλά παίζεται συνεχώς σε λίστες, ο καλλιτέχνης δεν απευθύνεται πια σε ένα κοινό αλλά σε πολλά ταυτόχρονα και κανένα δεν πρέπει να χαθεί. Το τραγούδι πρέπει να λειτουργεί παντού. Σε ακουστικά στον δρόμο, σε ένα καφέ, σε ένα βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται ουδετερότητα και στίχοι που δεν αποκλείουν κανέναν. Το μήνυμα γίνεται ατμόσφαιρα και μπορείς να το ακούς χωρίς να προσέχεις τα λόγια.
Κάποτε το πολιτικό τραγούδι δημιουργούσε ακροατήριο. Σήμερα το ακροατήριο δημιουργεί το τραγούδι, γιατί οι πλατφόρμες επιβραβεύουν αυτό που δεν ενοχλεί κανέναν. Η αλλαγή δεν αφορά το θάρρος των καλλιτεχνών αλλά τη φύση του συστήματος. Ο σύγχρονος μουσικός είναι περισσότερο creator παρά δημιουργός. Διατηρεί σχέση με το κοινό του, και δεν παίρνει θέση απέναντι στον κόσμο. Η αντίθεση έχει κόστος ενώ η σιωπή έχει διάρκεια. Για έναν νεότερο ακροατή η μουσική είναι soundtrack και για έναν παλαιότερο ήταν επιχείρημα. Ο πρώτος τη βάζει να παίζει, δεν την συζητά. Γι’ αυτό, όταν εμφανίζεται ένα συγκρότημα που μιλά για γεγονότα και όχι για διαθέσεις, μοιάζει παράξενα παρόν. Όχι επειδή ακούγεται σύγχρονο, αλλά επειδή όλα τα υπόλοιπα ακούγονται αποσυνδεδεμένα.

Εδώ βρίσκεται η πραγματική σημασία του Days of Ash της πρόσφατης δουλειάς των U2: τραγούδια που μιλούν ξανά για κράτη, συγκρούσεις και θεσμούς, όχι για προσωπικές διαθέσεις. Δεν είναι η επιστροφή ενός παλιού ήχου. Είναι η επιστροφή μιας παλιάς λειτουργίας της μουσικής που περιγράφει τον κόσμο έξω από τον ακροατή. Όχι καλύτερα αλλά πιο συγκεκριμένα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το κάνουν άνθρωποι που δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα. Η γενιά των βετεράνων της rock δεν ανήκει πια στην αγορά της ανακάλυψης αλλά στη μνήμη. Δεν εξαρτάται από το αν θα προστεθεί σε μια playlist. Μπορεί να διακινδυνεύσει την ασυμφωνία, γιατί η καριέρα της δεν εξαρτάται από την καθολικότητα. Έτσι, το πολιτικό τραγούδι δεν επιστρέφει ως επανάσταση, επιστρέφει ως πολυτέλεια.
Ακούγοντας αυτά τα κομμάτια, δεν εντυπωσιάζει τόσο το περιεχόμενο όσο η απουσία παρόμοιων φωνών γύρω τους. Η επικαιρότητα δεν προκύπτει από την τόλμη τους αλλά από το κενό που τους περιβάλλει. Το τραγούδι διαμαρτυρίας δεν έγινε πιο δυνατό. Η υπόλοιπη μουσική έγινε πιο προσεκτική.
Κάποτε η pop λειτουργούσε ως δημόσια γλώσσα. Οι άνθρωποι συζητούσαν πολιτικά μέσα από τραγούδια γιατί τα τραγούδια συμμετείχαν στην πραγματικότητα. Σήμερα η δημόσια γλώσσα βρίσκεται στα σχόλια, στις αναρτήσεις, στις διαφωνίες χωρίς ήχο. Η μουσική παρακολουθεί από απόσταση.
Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν θέση, απλά δεν την περιμένουν πια από τη μουσική και την αναζητούν αλλού. Έτσι εξηγείται το παράδοξο: ένα συγκρότημα δεκαετιών ακούγεται επίκαιρο χωρίς να έχει αλλάξει. Το περιβάλλον είναι αυτό που μετακινήθηκε. Η εποχή προτιμά έργα που δεν απαιτούν θέση και καλλιτέχνες που δεν δημιουργούν διαφωνία ή συγκρούσεις, γιατί η διαφωνία σήμερα κοστίζει ακροατήριο.
Οι U2 δεν έγιναν ξανά σύγχρονοι. Η σύγχρονη μουσική απομακρύνθηκε από τον κόσμο αρκετά ώστε να τους συναντήσει πάλι.





