Κάθε φορά που ο Vinícius Júnior καταγγέλλει ρατσισμό, η συζήτηση δεν μένει στο τι συνέβη αλλά μετακινείται στο πώς αντέδρασε. Το πρόσφατο περιστατικό σε αγώνα Champions League ακολούθησε την ίδια πορεία: ο παίκτης ενημέρωσε τον διαιτητή για προσβολή, ενεργοποιήθηκε το πρωτόκολλο και ξεκίνησαν δηλώσεις, διαψεύσεις και έρευνα. Πολύ γρήγορα όμως η κουβέντα στράφηκε αλλού — στη συμπεριφορά, στους πανηγυρισμούς και στην προσωπικότητά του. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της La Liga, ο Vinícius Júnior έχει δεχθεί 26 καταγεγραμμένα περιστατικά ρατσιστικής επίθεσης σε 10 διαφορετικά γήπεδα τα τελευταία χρόνια: συνθήματα, χειρονομίες, αντικείμενα και ακόμη και κρεμασμένο ομοίωμα κοντά στο προπονητικό κέντρο της ομάδας του. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν κάθε υπόθεση ακολουθεί την ίδια πορεία. Αντί να εξετάζεται πρώτα η πράξη, αναλύεται ο χαρακτήρας.
Ο José Mourinho υποστήριξε ότι η συμπεριφορά και οι πανηγυρισμοί του παίκτη συμβάλλουν στη δημιουργία έντασης. Δεν ήταν άρνηση του περιστατικού όσο μετατόπιση της συζήτησης: από το γεγονός στον άνθρωπο. Όλο και συχνότερα ο δημόσιος διάλογος δεν εξετάζει αν κάτι συνέβη, αλλά αν αυτός που το περιγράφει είναι πειστικός, συμπαθής ή αρκετά ψύχραιμος για να γίνει πιστευτός.
Λίγες ώρες αργότερα ο Vincent Kompany μίλησε επί σχεδόν δώδεκα λεπτά. Δεν στάθηκε μόνο στο περιστατικό αλλά στον τρόπο που ακούμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσοχή μετακινείται από την πράξη στην προσωπικότητα αυτού που την καταγγέλλει. Το ερώτημα παύει να είναι «έγινε;» και γίνεται «είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να το πει;».
Το μοτίβο δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο. Στον δημόσιο χώρο η μαρτυρία συνοδεύεται από προϋποθέσεις: πρέπει να είναι ήρεμη και μετρημένη. Αν είναι θυμωμένη θεωρείται υπερβολική· αν επαναλαμβάνεται ύποπτη· αν προέρχεται από κάποιον που διχάζει, αντιμετωπίζεται ως χαρακτηριστικό χαρακτήρα και όχι ως εμπειρία.
Έτσι αλλάζει η ευθύνη. Αντί να εξετάζεται η πράξη, εξετάζεται η αντίδραση. Η καταγγελία μετατρέπεται σε θέμα στάσης και η στάση σε επιχείρημα. Η κοινωνία κρίνει πιο εύκολα τον τόνο παρά το γεγονός, επειδή ο τόνος επιτρέπει γνώμη ενώ το γεγονός απαιτεί θέση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας άτυπος κανόνας. Για να ακουστείς πρέπει πρώτα να αρέσεις. Η αξιοπιστία συνδέεται με τη συμπάθεια και όχι με την εμπειρία και τότε το δύσκολο δεν είναι να αποδείξεις ότι έχεις δίκιο, αλλά να έχεις δίκιο χωρίς να είσαι αρεστός.





