Skip to main content

Πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα στην Αθήνα; Mια πόλη που εξαντλεί, αλλά ταυτόχρονα γεννά ιστορίες. Πέντε συγγραφείς, λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα, με ήδη διακριτή φωνή, μιλούν για το πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα σε αυτή την πόλη: για τα ερεθίσματα που γίνονται λέξεις, για τα τελετουργικά που συχνά δεν υπάρχουν, για το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά και για τη λεπτή μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο — εκεί όπου η ελευθερία αρχίζει να βαραίνει. Πάνω απ’ όλα, μιλούν για την Αθήνα. Όχι ως ιδέα αλλά ως συνθήκη. Ως έναν χώρο που τους εμπνέει και τους εξαντλεί την ίδια στιγμή, όπως ακριβώς και εμάς.

Στο δεύτερο μέρος αυτής της σειράς του Black Book, η Ρένα Λούνα μιλά για τη συγγραφή και την καθημερινότητα μιας γενιάς που προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα σε περιορισμένο χρόνο και χώρο. Το ντεμπούτο μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα, Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Μωβ Σκίουρος, 2023) την έβαλε εμφατικά στον λογοτεχνικό χάρτη, κάνοντας δικαίως μεγάλη αίσθηση. Μόλις κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της από τις εκδόσεις «Ίκαρος», με τίτλο Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα, ένα αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα που καταγράφει τη βασανιστική αποσυναρμολόγηση ενός χαρισματικού ψυχισμού.

Μια φοιτήτρια συνδέεται ερωτικά με έναν παντρεμένο καθηγητή δημιουργικής γραφής. Οι επιστολές που του γράφει αποτυπώνουν τη ζωή της στο Παρίσι, την ιδιότυπη σχέση τους και τη σταδιακή της κατάρρευση που θα την οδηγήσει στο ψυχιατρείο. Δέκα χρόνια μετά, ένας γκαλερίστας τής ζητά να συμπεριλάβει αυτές τις επιστολές σε μια έκθεση με τίτλο «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν». Με αυτή την αφορμή, το παρελθόν θα ξυπνήσει με τρόπο ανεξέλεγκτο.

Αν έγραφες ένα βιβλίο που διαδραματιζόταν νύχτα στη σημερινή Αθήνα και πρωταγωνιστούσε ένας ήρωας ή μια ηρωίδα της γενιάς σου, πώς θα ξεκινούσε;

Ήρθε η ώρα να απογοητεύσω. Μέχρι και σήμερα δεν έχω γράψει για τη σημερινή Αθήνα, παρά τις παροτρύνσεις. Η φράση του Ουάιλντ, «Ο άνθρωπος είναι λιγότερο ο εαυτός του όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Δώσ’ του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια», είναι πολύ κοντά μου. Η δική μου «μάσκα» αυθεντικότητας είναι ένας Άλλος Τόπος.

Ποιος άνθρωπος ήσουν όταν ξεκίνησες να γράφεις το πρώτο σου βιβλίο και ποιος όταν το ολοκλήρωσες, και στη συνέχεια, το είδες «ζωντανό» στο ράφι κάποιου βιβλιοπωλείου; Πώς αισθάνθηκες την πρώτη φορά;

Όταν ξεκίνησα να γράφω τις Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, ήμουν κάποια με φορτωμένο μυαλό και ανησυχία σχετικά με το πώς πρέπει να διαχειριστώ αυτό το φορτίο. Το περιεχόμενο ήταν πολύτιμο για μένα, αλλά και αρκετά ενοχλητικό. Η συγγραφή ξεκίνησε σαν μια πολύ σοβαρή παιδική χαρά, αν και μου είναι αδύνατο να ορίσω τη μέρα που άρχισε. Καθώς ο καιρός περνούσε, έγινε ο δικός μου τόπος. Δεν ήθελα να ασχολούμαι με άλλα πράγματα. Μου επέτρεψα αυτό το «κόλλημα» ως μια προσωπική υπόθεση που με έκανε να νιώθω σαν να βρίσκομαι ακριβώς εκεί που θέλω να ’μαι.

Όταν είδα το βιβλίο «ζωντανό», ήμουν συγκινημένη, αλλά και μακριά του. Για κάποιο καιρό δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω με τον εαυτό μου. Φίλοι μού στέλνουν φωτογραφίες όταν το βλέπουν στα ράφια, και πάντα χαίρομαι. Όταν το πετυχαίνω στα βιβλιοπωλεία, ξαφνιάζομαι, λες και είναι η πρώτη φορά που το βλέπω. Κοιτάω πάντα την «παρέα» του, με ποια βιβλία συνορεύει, και σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον έχουν οι διαφορετικοί κόσμοι δίπλα-δίπλα.

Τι αλλάζει στη διαδικασία, την έμπνευση και τα ερεθίσματα από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο; Μεταβάλλεται και ο βαθμός της δικής σου ασφάλειας ή ανασφάλειας, απέναντι σ’ αυτό που παράγεις καλλιτεχνικά;

Πριν από την Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα, έγραφα κάτι άλλο. Τότε έπαθα το ίδιο που μου συνέβη με τις Αλεπούδες: το μυαλό μου φόρτωσε με κάτι πολύτιμο και ενοχλητικό, που κυριαρχούσε στις σκέψεις μου και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μου. Επικράτησε η Μαρμάρινη Πλάκα.

Η ασφάλεια μεγάλωσε, και βρήκα και λίγο «έτοιμο υλικό» στο workbook που είχα από τις Αλεπούδες. Είχα την εμπειρία όχι της συγγραφής ενός βιβλίου, αλλά του εαυτού μου: ήξερα πού θα την πατήσω πριν την πατήσω, και ευτυχώς έκανα καινούρια λάθη. Ο χάρτης της έρευνάς μου ήταν σε καλή κατάσταση και ο παλιός εαυτός υποδέχτηκε τον καινούριο με κάποια μικροσκοπική εμπειρία. Κατά τ’ άλλα, φυσικά, υπάρχει και ανασφάλεια, δίπλα στο ευχάριστο άγχος.

Ποια ήταν η αρχική ιδέα, ο σπόρος πίσω από την Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα και πώς ήταν η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου; Υπάρχει ένα μικρό τελετουργικό ή μια συνήθεια που συνοδεύει το γράψιμό σου;

Μάλλον δεν είναι μόνο ένας ο σπόρος. Ένας από τους σπόρους ήταν η ίδια η Σενγκλέα (σ.σ.: πόλη στην ανατολική Μάλτα), που επισκέφθηκα πριν από κάποια χρόνια. Κατά την άφιξη είχα κακή διάθεση, αλλά, ενώ έσερνα τη βαλίτσα κοιτώντας το τοπίο με την ώχρα ολόγυρα, τις πράσινες πόρτες και τα λεπτά αναρριχητικά φυτά, αναστατώθηκα με τον γνωστό τρόπο: «Κάπως μπορεί να “αξιοποιηθεί” αυτή η γειτονιά».

Δεν έχω πολλά ρομαντικά πράγματα να εξομολογηθώ για το γράψιμο. Γράφω όποτε προλαβαίνω, σημειώνω, αλλάζω. Αυτό συμβαίνει σε όποιο μέσο έχω διαθέσιμο: στο κινητό μου, στο laptop, στις ατζέντες μου. Είμαι ανίσχυρη μπροστά στο γράψιμο εκείνο αποφασίζει, όχι εγώ. Το υπό συγγραφή έργο, προσωπικά, σημαίνει μέρες πάθους, με ξενύχτια και όρεξη, κι άλλες που μια παράγραφος με καταδυναστεύει.

Για μένα τα τελετουργικά δεν έχουν μεγάλη αξία. Δεν υποτιμώ τίποτα απολύτως, μιλάω για τον εαυτό μου και μάλιστα για αυτή την περίοδο μονάχα. Ίσως στο μέλλον αλλάξω. Ό,τι πιο κοντά σε τελετουργικό έχω είναι πως φτιάχνω ένα τσάι ή φέρνω ένα ποτήρι κρασί και ανάβω κανένα αρωματικό κεράκι, επιχειρώντας να τοποθετήσω τον ψυχισμό μου σε κατάσταση συγκέντρωσης και (συγγραφικής) νηφαλιότητας. Ωστόσο πια, με ξέρω καλύτερα και γνωρίζω πως το σημαντικότερο είναι απλώς να βρω τον χρόνο, τίποτα άλλο.

Πολλοί συγγραφείς έχουν μιλήσει για το πόσα χρόνια τους πήρε να αρχίσουν να δηλώνουν συγγραφείς και να αποβάλλουν το λεγόμενο «σύνδρομο του απατεώνα». Εσύ πού βρίσκεσαι απέναντι σ’ αυτό; Με ποια ιδιότητα θα συστηθείς σε άτομα που δεν σε γνωρίζουν;

Δύσκολη και ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ανήκω στους ανθρώπους που απέτυχαν παταγωδώς να έχουν μια συγκεκριμένη, ενιαία ταυτότητα, και για καιρό αυτό με ανησυχούσε. Νιώθω πως, ως κράτος αλλά και ατομικά, δεν επιτρέπουμε στους ανθρώπους να έχουν παραπάνω από μία ταυτότητα. Παρά το ότι οι περισσότεροι καταπιανόμαστε με πολλά και διαφορετικά πεδία για να επιβιώσουμε, ενώ ταυτόχρονα κυνηγάμε τα όνειρά μας, ως κοινωνία συνεχίζουμε να περιμένουμε πως οι άνθρωποι θα έχουν μια αρμονική πορεία: θα σπουδάσουν ένα πράγμα, θα το αγαπούν, θα εργαστούν πάνω σε αυτό και, κατά κύριο λόγο, θα είναι αυτό. Δεν τους επιτρέπουμε να τσακωθούν, πόσο μάλλον να χωρίσουν από την ιδιότητά τους.

Η ταυτότητά μου συγκροτείται από πολλαπλές, συχνά ασύμβατες μεταξύ τους, διαδρομές: σπουδές, δουλειές, ενδιαφέροντα. Έχω αποφασίσει να μου το επιτρέπω, κι ας τους μπερδεύω τους άλλους λίγο στην αρχή. Η δυσκολία του να συστήνονται οι συγγραφείς ως συγγραφείς είναι ένα συνολικό και πολυδιάστατο ζήτημα που ακόμα δουλεύω μέσα μου. Το ότι πρόκειται για «κυνήγι ονείρων» είναι πρόβλημα. Μου έρχεται στο μυαλό η έκφραση μιας φίλης, “deluxe trash”, και νομίζω πως είναι κατάλληλη για το πώς αντιμετωπίζονται οι συγγραφείς: από τη μία υπάρχει ένα ιερό βάρος στη λέξη, που πολλοί δεν νιώθουμε πως μας αξίζει να σηκώσουμε, ενώ, ταυτόχρονα, υποτιμώνται με τόσους έμπρακτους τρόπους. Η γενιά μου παλεύει μ’ αυτές τις αντιφάσεις. Εάν η υποτίμηση είναι διάσπαρτη παντού, γιατί μας κάνει εντύπωση που η καχυποψία απέναντι στη συγγραφική θέση φωλιάζει μέσα μας;

Non_metal300x250 (7)