Όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1987, το Hellraiser μπήκε κατά λάθος στην ίδια κατηγορία με τα slashers. Ήταν η εποχή όπου ο τρόμος λειτουργούσε σαν μαθηματικός τύπος. Μια παρέα εφήβων, ένα τραύμα από το παρελθόν και ένας μασκοφόρος τιμωρός. Το κοινό είχε μάθει να μετρά θύματα. Η ταινία του Clive Barker δεν μετρούσε τίποτα. Παρατηρούσε. Ο Clive Barker αντί να ρωτήσει «ποιος θα πεθάνει;», ρώτησε «γιατί να σταματήσει;». Η πρώτη εικόνα είναι μια συναλλαγή. Ένας άντρας αγοράζει ένα μικρό κουτί. Δεν φαίνεται επικίνδυνο, μοιάζει σχεδόν κομψό. Ο πωλητής δεν τον απειλεί ούτε τον προειδοποιεί απλώς τον ρωτά, με την ευγένεια ανθρώπου που γνωρίζει ήδη τι επιθυμεί. Στις περισσότερες ταινίες τρόμου η καταστροφή έρχεται από λάθος. Εδώ έρχεται από επιλογή. Όταν ο Frank ανοίγει τον κύβο, δεν πέφτει σε ενέδρα. Οι αλυσίδες που διαπερνούν το σώμα του μοιάζουν με απάντηση. Η κόλαση, εδώ, δεν είναι τιμωρία αλλά συνέπεια. Και όταν εμφανίζεται ο Pinhead, δεν συμπεριφέρεται σαν τέρας. Μιλά με την ηρεμία ανθρώπου που εξηγεί έναν κανονισμό στάθμευσης. Δεν υπάρχει θυμός, μόνο βεβαιότητα.
Το παράξενο είναι ότι η ταινία γρήγορα εγκαταλείπει το υπερφυσικό και εγκαθίσταται σε ένα σπίτι. Εκεί γίνεται σχεδόν καθημερινή. Ένας γάμος χωρίς ένταση, μια ανάμνηση πάθους, μια γυναίκα που ανακαλύπτει πως η πλήξη μπορεί να είναι πιο τρομακτική από τον θάνατο. Η Julia δεν βοηθά τον Frank επειδή είναι μοχθηρή, τον βοηθά επειδή δεν θέλει να επιστρέψει σε μια ζωή όπου τίποτα δεν συμβαίνει. Το έγκλημα παρουσιάζεται όχι ως παραφροσύνη αλλά ως λογική συνέχεια μιας επιθυμίας που δεν βρήκε όριο.
Σε άλλες ταινίες τρόμου, τα τέρατα εισβάλλουν στον κόσμο των ανθρώπων. Εδώ οι άνθρωποι καλούν τα τέρατα μέσα. Ο Barker φαίνεται να πιστεύει ότι η κόλαση δεν είναι τόπος αλλά ένα είδος συμφωνίας. Εσύ ζητάς, κάποιος απαντά. Γι’ αυτό και οι Cenobites δεν είναι πραγματικοί κακοί. Δεν κυνηγούν την Kirsty όταν τους καλέσει γιατί αντιλαμβάνονται ότι δεν επιδίωξε τίποτα. Η ηθική της ταινίας είναι απλή. Η περιέργεια δεν τιμωρείται, η εμμονή ναι. Η διαφορά είναι μικρή αλλά καθοριστική.

Ο κινηματογράφος του David Cronenberg έδειξε πως το σώμα μπορεί να επαναστατήσει απέναντι στον νου. Το Hellraiser υπονοεί κάτι πιο ανήσυχο. Ο νους μπορεί να συνεργαστεί πρόθυμα με την καταστροφή του σώματος. Οι χαρακτήρες δεν χάνουν τον έλεγχο, τον παραδίδουν. Οι συνέχειες μετέτρεψαν τον Pinhead σε φιγούρα τρόμου με ατάκες και σαδισμό. Στην πρώτη ταινία δεν έχει χιούμορ ούτε απόλαυση. Είναι απλώς το σημείο όπου τελειώνει η ανθρώπινη επιθυμία και αρχίζει η κυριολεξία της.

Σαράντα χρόνια μετά, αυτό που παραμένει δεν είναι οι εικόνες αλλά η ιδέα. Σε έναν κόσμο που υπόσχεται συνεχώς περισσότερη ένταση, δυνατότερο ήχο, φωτεινότερη εικόνα και ισχυρότερη εμπειρία, το Hellraiser μοιάζει σχεδόν διακριτικό. Ρωτά τι θα συνέβαινε αν παίρναμε στα σοβαρά κάθε επιθυμία μας.
Οι δαίμονες της ταινίας δεν έρχονται να κλέψουν ψυχές. Έρχονται επειδή προσκλήθηκαν. Και η πιο τρομακτική σκέψη που αφήνει πίσω της η ταινία είναι ότι ίσως, αν υπήρχε ένα τέτοιο κουτί μπροστά μας, δεν θα το αποφεύγαμε. Θα θέλαμε απλώς να δούμε πώς ανοίγει.





