Υπάρχει ένα μυστήριο πιο επίμονο από κάθε φόνο στο σύμπαν του Knives Out. Δεν αφορά μαχαίρια, δηλητήρια ή κλειδωμένα δωμάτια. Αφορά ράσα. Και συγκεκριμένα: γιατί, το 2025, το internet δείχνει να έχει αναπτύξει μια σχεδόν εμμονική έλξη προς τους «hot priests». Η αφορμή δίνεται από το Wake Up Dead Man: A Knives Out Mystery, την τρίτη ταινία της σειράς, όπου ο Τζος Ο’ Κόνορ εμφανίζεται ως ένας χαρισματικός ιερέας, ύποπτος για φόνο. Από τη στιγμή της ανακοίνωσης, τα social media πήραν φωτιά. Όχι για το μυστήριο της πλοκής, αλλά για το μυστήριο της επιθυμίας: πώς γίνεται μια φιγούρα συνδεδεμένη με αγαμία, εξομολόγηση και πνευματική αυθεντία να μετατρέπεται ξανά και ξανά σε αντικείμενο πόθου; Η απάντηση, βέβαια, δεν ξεκινά σήμερα.

Ο «hot priest» ως αρχέτυπο υπάρχει δεκαετίες τώρα. Από τον Γκρέγκορι Πεκ στα Κλειδιά του Παραδείσου, και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ στο Η Εξομολόγηση του Χίτσκοκ, μέχρι τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν στα Πουλιά Πεθαίνουν Τραγουδώντας, το σινεμά και η τηλεόραση επιστρέφουν διαρκώς στον ίδιο πυρήνα: τον άντρα που σπαράσσεται ανάμεσα στην επιθυμία και στο καθήκον. Το ράσο λειτουργεί σαν ενισχυτής έντασης. Ό,τι απαγορεύεται, ελκύει πιο βίαια.

Η σύγχρονη ποπ κουλτούρα απλώς το έκανε πιο ωμό και πιο συνειδητό. Ο Άντριου Σκοτ στο Fleabag δεν ήταν απλώς ένας ιερέας-ερωτικό ενδιαφέρον, ήταν πολιτισμικό reset. Έσπασε τον τέταρτο τοίχο, κοίταξε την κάμερα, κοίταξε το κοινό, και ξαφνικά η Εκκλησία βρέθηκε να έχει πρόσωπο, βλέμμα και σώμα. Ακολούθησε ο Τζουντ Λο στο The Young Pope: ένας πάπας-ροκ σταρ, ναρκισσιστικός, σαγηνευτικός, με λευκό μαγιό στην παραλία και τσιγάρο στο χέρι. Όχι πνευματικός πατέρας, ποπ είδωλο.Από εκεί και πέρα, το φαινόμενο ξέφυγε από τη μυθοπλασία. Στα social media, πραγματικοί ιερείς —νεαροί, γυμνασμένοι, επικοινωνιακοί— συγκεντρώνουν εκατομμύρια views. Ο Father Jordan, Βρετανός ιερέας, αναγκάστηκε να κλείσει τα σχόλια στα βίντεό του λόγω του όγκου ερωτικών μηνυμάτων. Ο όρος “hot priest” έγινε trend ακόμα και κατά τη συνάντηση Catholic influencers στο Βατικανό. Σαν να μην υπήρχε καμία ειρωνεία σε αυτό. Και όμως, υπάρχει.

Η σεναριογράφος Virginia Yagüe το θέτει ωμά. Τίποτα δεν υπονομεύει την εξουσία ενός θεσμού όσο το να μετατρέπεις τα σύμβολά του σε αντικείμενα επιθυμίας. Ο ιερέας, ως φιγούρα ιστορικής δύναμης, παύει να είναι απρόσιτος όταν αποκτά σώμα. Η σεξουαλικοποίησή του δεν είναι απλώς φαντασίωση· είναι πολιτισμική πράξη αποδόμησης. Γι’ αυτό και η έλξη προς τους “hot priests” έχει ιδιαίτερη ένταση μέσα στη ΛΟΑΤΚΙ+ κουλτούρα. Λειτουργεί σαν ειρωνική αντεπίθεση σε έναν θεσμό που επί δεκαετίες μιλούσε με αποκλεισμούς.

Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτή η αισθητική εμμονή λειτουργεί ως εξωραϊσμός. Ότι χαρίζει στην Εκκλησία ένα πιο “φρέσκο”, πιο επιθυμητό πρόσωπο, τη στιγμή που παραμένει βουτηγμένη σε σκάνδαλα εξουσίας, κακοποίησης και συγκάλυψης. Ότι ο “hot priest” δεν την αποδυναμώνει, την κάνει απλώς πιο αποδεκτή. Τελικά, πρόκειται για επιστροφή στη θρησκεία;
Ο κοινωνιολόγος Víctor Albert Blanco απαντά ξεκάθαρα: όχι. Αυτό που βλέπουμε είναι το αντίθετο. Ζούμε στην εποχή της «banal Catholicism» ενός καθολικισμού που δεν λειτουργεί πια ως κυρίαρχος θεσμός, αλλά ως πολιτισμικό υλικό. Η θρησκεία δεν εξαφανίζεται, μετατρέπεται σε εικόνα, σε αισθητική, σε φαντασίωση. Το ράσο γίνεται σύμβολο, όχι δόγμα. Και μέσα σε αυτό το κενό, γεννιούνται οι “hot priests”. Με απλά λόγια, δεν επιθυμούμε τους ιερείς επειδή πιστεύουμε περισσότερο. Τους επιθυμούμε επειδή πιστεύουμε λιγότερο.
Ίσως γι’ αυτό, σε μια εποχή όπου η θρησκευτική εξουσία προσπαθεί να επανέλθει από την πίσω πόρτα της πολιτικής και του συντηρητισμού, η φιγούρα του «hot priest» μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ. Όχι ως φετίχ. Αλλά ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που παίρνει το ιερό, το κατεβάζει από το βάθρο και το κοιτάζει κατάματα.





