Στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’50, πριν τα αστέρια μάθουν να συμπεριφέρονται σαν εικόνες, οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν απλώς να υπάρξουν. Τα θέατρα ήταν γεμάτα ηθοποιούς που δεν είχαν ακόμη λόγο να δίνουν συνεντεύξεις και τα καφέ γεμάτα πρόσωπα που δεν ήξεραν αν ανήκουν εκεί. Σ’ ένα από αυτά τα τραπέζια, ένας νεαρός άνδρας καθόταν με την πλάτη στην κάμερα, σχεδόν αμήχανος με την ίδια του την παρουσία. Απέναντί του μια γυναίκα τον κοιτούσε με προσοχή, σαν να παρατηρούσε όχι τι έλεγε αλλά πώς ανέπνεε. Ο νεαρός ήταν ο Τζέιμς Ντιν, ακόμη μακριά από τον μύθο που θα γινόταν. Η γυναίκα ήταν η Έρθα Κιτ, ήδη καταξιωμένη, από εκείνους τους ανθρώπους που ξέρουν ότι η σκηνή δεν αρχίζει όταν ανάβουν τα φώτα αλλά όταν το σώμα αποφασίζει να σταθεί. Δεν υπήρχε τίποτα ρομαντικό στη σχέση τους, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που η βιομηχανία αργότερα θα επιθυμούσε να αφηγείται τέτοιες ιστορίες. Εκείνος προσπαθούσε να μάθει πώς να παίζει. Εκείνη προσπαθούσε να του δείξει ότι πρώτα πρέπει να μάθει πώς να στέκεται.
Ο Τζέιμς Ντιν είχε μεγαλώσει σε αγρόκτημα της Ιντιάνα και κουβαλούσε ακόμη την αμηχανία ανθρώπου που δεν εμπιστεύεται τα χέρια του όταν δεν κρατούν εργαλείο. Η Έρθα Κιτ, μεγαλωμένη στον αμερικανικό Νότο πριν βρεθεί στη σκηνή της Νέας Υόρκης, είχε μάθει από νωρίς ότι το σώμα είναι γλώσσα και ότι συχνά λέει την αλήθεια πριν προλάβει να τη διαμορφώσει ο λόγος. Στα στούντιο κίνησης όπου συναντιούνταν, εκείνος προσπαθούσε να ελέγξει την ένταση που τον διέτρεχε. Εκείνη δεν του μιλούσε για ρόλους. Του μιλούσε για βάρος: πού πέφτει όταν κάποιος φοβάται, πού όταν προσποιείται αδιαφορία, πού όταν επιθυμεί να φύγει αλλά μένει. «Θέλω να κινούμαι όπως εσύ», της είπε κάποτε. Δεν εννοούσε να χορεύει. Εννοούσε να μην προδίδει τον εαυτό του πριν μιλήσει.

Η υποκριτική εκείνης της εποχής δίδασκε κυρίως πώς να εκφράζεις συναίσθημα. Η Έρθα Κιτ του έμαθε πώς να το καθυστερεί. Να αφήνει την παύση να προηγείται της λέξης. Να επιτρέπει στο σώμα να σκέφτεται πριν αποφασίσει. Αργότερα, όταν το κοινό θα προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί οι χαρακτήρες του φαίνονταν αληθινοί, θα μιλούσε για «ευαισθησία». Στην πραγματικότητα έβλεπε έναν άνθρωπο που δεν είχε μάθει να κρύβει τη σκέψη του την ώρα που γεννιόταν.
Περνούσαν ώρες παρατηρώντας αγνώστους στον δρόμο, όχι με τον επαγγελματικό κυνισμό του ηθοποιού που συλλέγει υλικό, αλλά με την περιέργεια δύο ανθρώπων που ήθελαν να καταλάβουν τον τρόπο που οι άλλοι αντέχουν να ζουν. Εκείνος τηλεφωνούσε συχνά τη νύχτα, όταν η αϋπνία του έκανε τον κόσμο πιο ανεκτό. Εκείνη απαντούσε. Δεν μιλούσαν για να καταλήξουν κάπου, μιλούσαν γιατί το χρειάζονταν.


Όταν ο Τζέιμς Ντιν άρχισε να γίνεται αναγνωρίσιμος μετά την ταινία Ανατολικά της Εδέμ, η επιτυχία τον δυσκόλευε περισσότερο από την αποτυχία. Η δημοσιότητα απαιτούσε βεβαιότητα ενώ εκείνος λειτουργούσε με αμφιβολία. Η Έρθα Κιτ, που είχε ήδη μάθει να επιβιώνει μέσα στην έκθεση, αντιλαμβανόταν ότι o Τζέιμς δεν φοβόταν το κοινό αλλά την ιδέα πως θα πάψει να είναι παρατηρητής και θα γίνει αντικείμενο παρατήρησης. Τον προστάτευε όχι από τους άλλους αλλά από την ταχύτητα με την οποία όλα άρχιζαν να συμβαίνουν. Κάποια στιγμή τον επισκέφθηκε στην Καλιφόρνια. Εκείνος την πήγε βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο, μια Porsche 550 Spyder, ελαφριά και νευρική. Της είπε ότι μόνο όταν οδηγούσε ένιωθε ήρεμος. Εκείνη ανησύχησε όχι για την ταχύτητα, αλλά για την ηρεμία που του προσέφερε. Του είπε ότι δεν της άρεσε το αυτοκίνητο, ότι θα τον σκοτώσει. Δεν ήταν πρόβλεψη, τον ήξερε. Η ένταση ήταν το μόνο που τον ηρεμούσε.

Λίγους μήνες μετά, καθ’ οδόν προς έναν αγώνα, συγκρούστηκε με άλλο όχημα και πέθανε στα είκοσι τέσσερα του. Η δημόσια αφήγηση ξεκίνησε αμέσως. Ο επαναστάτης, ο νέος που δεν πρόλαβε, η εικόνα που πάγωσε στον χρόνο. Οι ταινίες που ακολούθησαν, Επαναστάτης χωρίς αιτία και Ο Γίγας, καθιέρωσαν τον μύθο του μοναχικού άνδρα που δεν χωρά στον κόσμο. Η Έρθα Κιτ θυμόταν κάτι διαφορετικό. Όχι τον επαναστάτη αλλά τον μαθητή, τον άνθρωπο που ήθελε να μάθει πώς να αφήνει τη σιωπή να σημαίνει κάτι. Μιλούσε γι’ αυτόν ως κάποιον που επιζητούσε ουσιαστικές συζητήσεις και συχνά δεν χρειαζόταν να μιλήσει για να επικοινωνήσει. Ενώ το κοινό είδε την περσόνα, εκείνη θυμόταν την προσπάθεια.

Ίσως γι’ αυτό η συμβολή της δεν αναφέρεται συχνά. Δεν ανήκει στις κατηγορίες επιρροής που καταγράφονται εύκολα. Δεν ήταν δάσκαλος, συνεργάτης ή ερωτική σύντροφος. Ήταν μάρτυρας της διαδικασίας με την οποία ένας άνθρωπος μαθαίνει να μην υποκρίνεται την ώρα που υποδύεται. Η παρουσία του Τζέιμς Ντιν στην οθόνη, ο τρόπος που ακουμπά έναν τοίχο σαν να σκέφτεται αντί να ποζάρει, που καθυστερεί πριν απαντήσει σαν να διαπραγματεύεται με τον εαυτό του, μοιάζει λιγότερο με τεχνική και περισσότερο με επιτρεπόμενη αμηχανία.
Η ιστορία του κινηματογράφου προτιμά να εξηγεί τα φαινόμενα μέσω ιδιοφυΐας. Αλλά μερικές φορές ο μύθος γεννιέται σε ένα τραπέζι, σε μια πόλη όπου δύο άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν πώς να είναι παρόντες. Ο Τζέιμς Ντιν έγινε σύμβολο επειδή έδειξε κάτι που το κοινό αναγνώρισε πριν το ονομάσει. Έναν άνδρα που δεν έκρυβε τη σκέψη του πίσω από τη βεβαιότητα. Η Έρθα Κιτ δεν του έδωσε ρόλους. Του έδωσε χρόνο και την ιδέα ότι το σώμα μπορεί να πει την αλήθεια πριν τη βρει η γλώσσα.
Όταν αργότερα μιλούσε για εκείνον, χρησιμοποιούσε το χαϊδευτικό «Τζέιμι». Σαν να περιέγραφε όχι τον μύθο αλλά τον άνθρωπο που προσπαθούσε να τον αποφύγει. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή. Ο πιο διάσημος μοναχικός άνδρας του σινεμά δεν δημιουργήθηκε από τη φήμη του, αλλά από μια περίοδο όπου κάποιος τον παρατηρούσε χωρίς να θέλει τίποτα από αυτόν, εκτός από προσοχή.





