Skip to main content

Δεν είναι «μεμονωμένο περιστατικό». Είναι σκηνή από έργο που παίζεται χρόνια, με το ίδιο κουρασμένο σενάριο και όλο και χειρότερους ηθοποιούς. Ένας ευρωβουλευτής. Ένα μπαρ στο Στρασβούργο. Ένας δημοσιογράφος στο πάτωμα. Μια μήνυση. Και ένα κόμμα που κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: τρέχει πίσω από τη ζημιά, ποτέ μπροστά από την ευθύνη. Ας το πούμε καθαρά, χωρίς φίλτρα και χωρίς εκείνο το ψεύτικο πολιτικό aftershave: αυτό που έσκασε στο μπαρ του Στρασβούργου δεν ξεκίνησε εκεί. Ξεκίνησε χρόνια πριν. Σε γραφεία. Σε επιλογές. Σε αυτόν που είπε «ας τον δοκιμάσουμε». Σε αυτόν που είπε «γράφει». Σε αυτόν που είπε «πουλάει». Σε ένα κόμμα που μπέρδεψε τη δημόσια εικόνα με την πολιτική συγκρότηση και νόμιζε ότι όλα διορθώνονται με ένα restart.

Ο Νίκος Παππάς δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι παιδί της εποχής Τσίπρα. Της εποχής που η πολιτική έγινε performance. Που το προφίλ μέτρησε περισσότερο από το περιεχόμενο. Που το «να μιλήσουμε στον κόσμο» έγινε άλλοθι για το «δεν χρειάζεται να είμαστε έτοιμοι».

Ο Τσίπρας τον είδε. Τον πρότεινε. Τον έσπρωξε. Τον έβαλε στο κάδρο της εξουσίας χωρίς να τον περάσει από τη φωτιά. Και μετά, όταν το πράγμα άρχισε να μυρίζει, έκανε αυτό που έκανε πάντα στο τέλος: έκανε πίσω. Δεν είναι κατηγορία. Είναι μοτίβο. Ο Τσίπρας δεν έφτιαξε απλώς πρόσωπα. Έφτιαξε λογική. Ότι «θα το βρούμε στην πορεία». Ότι «η κοινωνία προηγείται της δομής». Ότι «δεν χρειάζεται σχέδιο, έχουμε ένστικτο». Και τώρα πληρώνουμε το ένστικτο. Με γροθιές. Με μηνύσεις. Με ευρωβουλευτές σε μπαρ που ξεχνάνε ότι δεν είναι πια στις κερκίδες. Το Στρασβούργο δεν είναι ΟΑΚΑ.Ο δημοσιογράφος δεν είναι αντίπαλος αμυντικός. Και η πολιτική δεν συγχωρεί όταν της φέρεσαι σαν να είναι τρίτο ημίχρονο.

Ο Παππάς μπήκε στο παιχνίδι ως «φρέσκο πρόσωπο». Ως αθλητής με κοινωνικό πρόσημο. Ως σύμβολο.
Και κατέληξε να γίνει σύμπτωμα. Η αποτυχημένη υποψηφιότητα για τον Δήμο Αθηναίων, το «δεν με εκφράζει αυτό το κόμμα», το comeback με τον Κασσελάκη, οι εσωκομματικές προκριματικές-φάντασμα, οι 132.000 ψήφοι χωρίς πολιτικό αφήγημα, χωρίς βάθος, χωρίς φίλτρο. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Είναι η διαδρομή ενός κόμματος που έψαχνε πρόσωπα αντί για πολιτική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ παριστάνει τον σοκαρισμένο. Σαν να μην ήξερε. Σαν να μην το είχε ξαναδεί. Σαν να μην είχε επενδύσει συστηματικά στον θυμό, στην ένταση, στο «εμείς κι αυτοί». Μα αυτά δεν εξαφανίζονται όταν αλλάζεις πρόεδρο. Αυτά μένουν στο DNA. Και όταν η πολιτική απουσιάζει, μένει ο θυμός. Και ο θυμός βρίσκει διέξοδο εκεί που δεν πρέπει: σε ένα μπαρ, σε μια γροθιά, σε μια «λάθος αντίδραση». Η διαγραφή δεν είναι κάθαρση. Είναι καθυστερημένο damage-control. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι αν ο Παππάς έμεινε ή έφυγε. Το πρόβλημα είναι γιατί βρέθηκε εκεί εξ αρχής.

Και μέσα σε όλο αυτό, ένας και μόνο σύμμαχος: ο Παύλος Πολάκης. Όχι επειδή έχει αποδείξεις. Αλλά επειδή αναγνωρίζει τον εαυτό του στο καθρέφτισμα του περιστατικού. Την ίδια λογική σύγκρουσης. Την ίδια αντίληψη ότι «όλοι κάτι μας κάνουν». Την ίδια αδυναμία να καταλάβουν ότι η πολιτική δεν είναι καφενείο, ούτε γήπεδο, ούτε προσωπική βεντέτα. Η σχολή που μπερδεύει την αυθεντικότητα με την ασυδοσία. Η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν τραυματίστηκε από ένα χτύπημα σε μπαρ. Είχε τραυματιστεί πολύ πριν. Απλώς τώρα ακούστηκε ο θόρυβος.

Και το χειρότερο; Κανείς δεν φαίνεται πραγματικά έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη για το πώς φτάσαμε εδώ.
Ούτε αυτοί που τον ανέδειξαν. Ούτε αυτοί που τον χρησιμοποίησαν. Ούτε αυτοί που τώρα κάνουν ότι δεν τον ξέρουν. Και η Ευρώπη δεν συγχωρεί εύκολα. Ούτε τα μπαρ της. Ούτε τους θεσμούς της. Ούτε την πολιτική ανευθυνότητα που μεταμφιέζεται σε «αυθορμητισμό». Η πολιτική δεν είναι reaction. Δεν είναι story.
Δεν είναι «μου την είπε, του την είπα». Όταν φτάνεις να απολογείσαι για τη συμπεριφορά σου αντί να λογοδοτείς για το έργο σου, τότε έχεις ήδη χάσει. Και μαζί σου έχει χάσει και το κόμμα που σε ανέδειξε.

Αυτό δεν είναι σκάνδαλο. Είναι σύμπτωμα παρακμής.

Και η παρακμή, δυστυχώς, δεν διαγράφεται με μια ανακοίνωση.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.