Skip to main content

Η συζήτηση για έναν μόνιμο ευρωπαϊκό στρατό επανέρχεται με επιμονή κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της γεωπολιτικής της ισχύος. Σήμερα, όμως, δεν πρόκειται απλώς για μια θεωρητική άσκηση στρατηγικής αυτονομίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και η γενικότερη αποσταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος δημιουργούν πίεση για αποφάσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πολιτικά ανέφικτες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση του Andrius Kubilius στο συνέδριο Folk och Försvar 2026 στη Σουηδία λειτούργησε ως καταλύτης. Ο Επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη ενός «big bang» στην ευρωπαϊκή άμυνα. Όχι απλώς αύξηση δαπανών ή καλύτερο συντονισμό, αλλά βαθιά πολιτική και θεσμική αναδιάρθρωση. Η Ευρώπη, υποστήριξε, δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως άθροισμα εθνικών στρατών με περιορισμένες δυνατότητες κοινής δράσης.

Επικαλούμενος μια χαρακτηριστική φράση του Ζοζέπ Μπορέλ ο Kubilius περιέγραψε την τρέχουσα κατάσταση ως ένα σύνολο από 27 «bonsai στρατούς» μικρούς, κατακερματισμένους και συχνά ασύμβατους μεταξύ τους. Η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αποκαλυπτική. Αν η Ουάσιγκτον δεν θα ήταν ισχυρότερη με 50 πολιτειακούς στρατούς αντί για έναν ομοσπονδιακό, γιατί η Ευρώπη επιμένει σε ένα μοντέλο που περιορίζει τη συλλογική της ισχύ;

Η πρόταση που παρουσίασε δεν έμεινε στη ρητορική. Περιλάμβανε τη δημιουργία μιας μόνιμης ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης περίπου 100.000 στρατιωτών, σχεδιασμένης ως standing force με δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης. Παράλληλα, ο Kubilius εισηγήθηκε τη συγκρότηση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας με περιορισμένο αριθμό μελών και εναλλασσόμενη σύνθεση κρατών-μελών, στο οποίο θα συμμετείχε και η ανώτατη πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος θα ήταν η ταχύτερη λήψη αποφάσεων σε κρίσεις, παρακάμπτοντας τη βραδύτητα των διαδικασιών των 27.

Στην καρδιά αυτής της πρότασης βρίσκεται η Ουκρανία. Ο Kubilius δεν έκρυψε ότι θεωρεί τον πόλεμο εκεί καθοριστικό για την ευρωπαϊκή ασφάλεια συνολικά. Έθεσε ακόμη και το ερώτημα αν και με ποιον τρόπο ο ουκρανικός στρατός θα μπορούσε να ενταχθεί ή να συνδεθεί οργανικά με μια ευρωπαϊκή στρατιωτική δομή. Η λογική είναι σαφής. Χωρίς την Ουκρανία, υποστήριξε, η Ευρώπη δεν διαθέτει σήμερα την απαραίτητη εμπειρία σύγχρονου πολέμου μεγάλης κλίμακας.

Για την Ελλάδα και για την Ευρώπη συνολικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται περισσότερη άμυνα, αλλά πώς αυτή θα οικοδομηθεί, με ποιους κανόνες και προς όφελος ποιων.

Ωστόσο, πέρα από τη ρητορική της αποφασιστικότητας, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πρόβλημα. Tο χάσμα ανάμεσα σε ένα φιλόδοξο πολιτικό αφήγημα και τα θεσμικά όρια μέσα στα οποία εξακολουθεί να λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πρώτο και πιο άμεσο εμπόδιο είναι νομικό. Οι Συνθήκες της ΕΕ παραχωρούν ελάχιστο χώρο για μια τέτοια πρωτοβουλία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Άρθρο 4(2) ορίζει ρητά ότι η εθνική ασφάλεια παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών, ενώ τοΆρθρο 42(7), η περίφημη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, αναφέρεται σε υποχρεώσεις μεταξύ κρατών και όχι σε μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατιωτική διοίκηση.

Με απλά λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να χρηματοδοτεί, να συντονίζει και να ενθαρρύνει συνεργασίες, αλλά δεν διαθέτει σαφή νομική βάση για να ιδρύσει ή να επιβάλει έναν «Ευρωπαϊκό Στρατό» όπως αυτός περιγράφεται. Το άρθρο υποστηρίζει ότι κάθε τέτοια απόπειρα χωρίς αναθεώρηση των Συνθηκών θα συνιστούσε θεσμική παράκαμψη.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το θεσμικό στο δημοκρατικό επίπεδο. Η ιδέα ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας με εναλλασσόμενη σύνθεση κρατών-μελών σημαίνει ότι ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να δεσμεύουν στρατεύματα χωρίς να έχουν σταθερή παρουσία στο όργανο λήψης αποφάσεων. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με μια θεμελιώδη αρχή των δυτικών δημοκρατιών. Οι ένοπλες δυνάμεις υπάγονται σε πολιτική εξουσία που διαθέτει άμεση και διαρκή δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η πιθανή συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής —ενός μη εκλεγμένου θεσμικού οργάνου— στη στρατιωτική διοίκηση ενισχύει αυτή την ανησυχία. Μια τέτοια μεταφορά της εξουσίας χρήσης βίας, όταν δεν συνοδεύεται από σαφείς μηχανισμούς δημοκρατικής λογοδοσίας, κινδυνεύει να αποδυναμώσει τη νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής άμυνας αντί να τη θωρακίσει.

Η Ουκρανία αναδεικνύεται σε καταλύτη της συζήτησης για την ευρωπαϊκή άμυνα. Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της στρατηγικής της σημασίας, αλλά το αν το επείγον της συγκυρίας επιταχύνει αποφάσεις που κανονικά θα προϋπέθεταν βαθιά πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση. Η ανησυχία είναι ότι η Ευρώπη επιχειρεί να οικοδομήσει μόνιμες δομές μέσα από μια λογική επείγοντος, με κίνδυνο να δημιουργήσει θεσμικές αντιφάσεις που θα τη συνοδεύουν για δεκαετίες.

Για την Ελλάδα, όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν αφηρημένη ευρωπαϊκή συζήτηση. Μια χώρα που ζει με διαρκές ζήτημα αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έχει κάθε λόγο να εξετάζει προσεκτικά τι σημαίνει στην πράξη ένας ευρωπαϊκός στρατός. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη αποκτά πραγματικό νόημα μόνο αν συνοδεύεται από σαφείς μηχανισμούς ενεργοποίησης και πολιτική βούληση. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει διακηρυκτική. Παράλληλα, η Ελλάδα παραμένει βαθιά ενταγμένη στο ΝΑΤΟ ως βασικό πλαίσιο ασφάλειας. Ένα ευρωπαϊκό standing force θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αλλά θα μπορούσε και να δημιουργήσει θεσμική ασάφεια για το ποιος έχει την ευθύνη και πότε. Για χώρες πρώτης γραμμής, η ασάφεια δεν είναι θεωρητικό πρόβλημα, αλλά πρακτικό ρίσκο.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα της πολιτικής ισχύος. Σε ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας περιορισμένης σύνθεσης, η Αθήνα θα πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν θα κληθεί απλώς να συνεισφέρει στρατιωτικά χωρίς ισότιμη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Τέλος, αν η ευρωπαϊκή άμυνα δομηθεί πρωτίστως γύρω από το ανατολικό μέτωπο και την Ουκρανία, η Ανατολική Μεσόγειος κινδυνεύει να υποβαθμιστεί ως δευτερεύον θέατρο, μια εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.

Η πρόταση Kubilius εκφράζει μια πραγματική αγωνία. Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται αποκλειστικά σε τρίτους για την ασφάλειά της. Η ιστορική εμπειρία υποδηλώνει ότι η στρατιωτική ισχύς, όταν αποσυνδέεται από καθαρούς θεσμικούς κανόνες και δημοκρατική νομιμοποίηση, μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα αστάθειας. Για την Ελλάδα και για την Ευρώπη συνολικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται περισσότερη άμυνα, αλλά πώς αυτή θα οικοδομηθεί, με ποιους κανόνες και προς όφελος ποιων. Αν ο ευρωπαϊκός στρατός είναι το μέλλον, τότε θα απαιτήσει πολύ περισσότερα από ένα «big bang» πολιτικής βούλησης. Θα απαιτήσει θεσμική καθαρότητα, πολιτική ισοτιμία και ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση.