Υπάρχει μια ηλικία, συνήθως έρχεται αθόρυβα, όπου το παρελθόν δεν έρχεται πια σε σειρά, αλλά σε σκόρπιες επισκέψεις. Το χθες χάνεται, τα ονόματα διαφεύγουν, τα γεγονότα γίνονται ομίχλη. Κι όμως, μέσα σε αυτό το θολό τοπίο, κάτι επιμένει. Ένας στίχος. Ένα τραγούδι. Μια φράση ειπωμένη πριν από δεκαετίες, που αναδύεται με καθαρότητα σχεδόν προκλητική. Σαν να αρνείται να φύγει. Οι άνθρωποι που έχουν περάσει τη ζωή τους μέσα στις λέξεις —ποιητές, ηθοποιοί, ιερείς, δάσκαλοι— συχνά κουβαλούν μέσα τους ένα παράξενο καταφύγιο. Όχι από γεγονότα, αλλά από ρυθμούς. Όχι από πληροφορίες, αλλά από ήχους και νοήματα που έχουν γίνει κομμάτι του εσωτερικού τους κόσμου. Δεν θυμούνται τι έφαγαν το πρωί, αλλά θυμούνται ολόκληρες σκηνές, τραγούδια, προσευχές. Η μνήμη τους δεν είναι αρχείο. Είναι τοπίο.
Κάποτε, η μνήμη δεν ήταν ατομική υπόθεση. Ήταν συλλογική εμπειρία. Οι κοινωνίες μοιράζονταν λέξεις που όλοι γνώριζαν, ιστορίες που δεν χρειάζονταν επεξήγηση, στίχους που περνούσαν από γενιά σε γενιά χωρίς να αλλάζουν. Η γνώση δεν ήταν κάτι που αναζητούσες, ήταν κάτι που κουβαλούσες. Και το να κουβαλάς τα ίδια πράγματα με τους άλλους δημιουργούσε δεσμό. Έναν ήσυχο, αόρατο δεσμό, αλλά ουσιαστικό.
Η μνήμη δεν είναι νοσταλγία. Είναι μορφή παρουσίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν χωρίς να ζητά άδεια.
Σήμερα, η μνήμη έχει μετακομίσει. Δεν βρίσκεται πια στο σώμα, αλλά στις συσκευές. Δεν απαιτεί κόπο, μόνο σύνδεση. Δεν χρειάζεται επανάληψη, μόνο αναζήτηση. Κι ενώ αυτή η μετακίνηση μοιάζει πρακτική, ακόμη και απελευθερωτική, αφήνει πίσω της ένα κενό που δύσκολα ονομάζεται. Δεν είναι άγνοια. Είναι απουσία εσωτερικού βάθους. Όταν δεν θυμόμαστε, δεν είναι απλώς ότι δεν ξέρουμε. Είναι ότι δεν έχουμε κάτι να επιστρέψουμε στον εαυτό μας στις στιγμές της σιωπής. Η μνήμη, όταν είναι ζωντανή, λειτουργεί σαν εσωτερικός συνομιλητής. Σου ψιθυρίζει λέξεις όταν δεν υπάρχουν άλλες. Σε συνδέει με ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ. Σε γειώνει όταν όλα γύρω μοιάζουν εφήμερα.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να γνωρίζεις ένα κείμενο απ’ έξω. Όχι επειδή το απομνημόνευσες, αλλά επειδή το έχεις επαναλάβει τόσες φορές ώστε να έχει ενσωματωθεί στον τρόπο που σκέφτεσαι. Η φράση “από καρδιάς” δεν είναι μεταφορά. Είναι κυριολεξία. Ό,τι μαθαίνεις έτσι, δεν το αποθηκεύεις. Το αφήνεις να αλλάξει τον ρυθμό της αναπνοής σου. Οι κοινωνίες που διατηρούν ακόμη πράξεις που επαναλαμβάνουμε —τραγούδια, προσευχές, ποιήματα, αφηγήσεις— μοιάζουν να αντιστέκονται καλύτερα στη διάχυτη αποσύνθεση της προσοχής. Δεν είναι πιο συντηρητικές. Είναι απλώς πιο δεμένες. Η κοινή μνήμη δημιουργεί κοινό χρόνο, κι αυτός με τη σειρά του δημιουργεί κοινότητα.
Ίσως, τελικά, το πρόβλημα να μην είναι ότι ξεχνάμε. Η λήθη είναι φυσική. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μαθαίνουμε πια τίποτα με τρόπο που να αξίζει να ξεχαστεί δύσκολα. Αν όλα είναι πρόχειρα προσβάσιμα, τίποτα δεν γίνεται αναντικατάστατο. Κι αν τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο, τότε ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι λέξεις, ούτε οι στιγμές έχουν βάρος. Η μνήμη δεν είναι νοσταλγία. Είναι μορφή παρουσίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν χωρίς να ζητά άδεια. Και όσο περισσότερο την εκχωρούμε αλλού, τόσο περισσότερο φτωχαίνει η εσωτερική μας ζωή. Ίσως γι’ αυτό, όταν όλα γύρω γίνονται θόρυβος, μια παλιά φράση ειπωμένη σωστά, ένας στίχος που θυμόμαστε απ’ έξω, ένα τραγούδι που ξέρουμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη, μοιάζουν με πράξη αντίστασης. Όχι απέναντι στην τεχνολογία, αλλά απέναντι στην εσωτερική μας διάλυση. Γιατί στο τέλος, αυτό που θυμόμαστε είναι αυτό που μας θυμίζει ποιοι είμαστε.





