Το 2025 ήταν μια χρονιά που δεν μπορεί να χωρέσει σε μία λίστα. Ήταν μια χρονιά όπου η μουσική ιστορία έκλεινε λογαριασμούς. Όχι με θόρυβο, αλλά με βάρος. Από την pop ιδιοφυΐα μέχρι το underground storytelling, οι απώλειες σχηματίζουν έναν χάρτη του πώς φτάσαμε εδώ και τι αφήνουμε πίσω.
Καίτη Γκρέι – «Μια γυναίκα μόνο ξέρει»
Η Καίτη Γκρέι υπήρξε μια τραγουδίστρια με τρόπο και ένταση που δεν γνώρισε πάντα τα μεγάλα φώτα της δημοσιότητας, αλλά υπηρέτησε τον λαϊκό λόγο με απαραβίαστη αφοσίωση. Η φωνή της ήταν σαν σφραγίδα στο χρόνο: όχι απαραίτητα τη στιγμή που θέλεις να ακούσεις, αλλά εκείνη που ξυπνάει πράγματα που σκέφτεσαι ότι είχες χάσει. Τέτοιες φωνές, με ειλικρίνεια χωρίς επίφαση, δεν αναπαράγονται εύκολα από το σύστημα της μουσικής βιομηχανίας.
Στέλλα Γκρέκα – «Θα μείνω για πάντα»
Η Στέλλα Γκρέκα ήταν μια φωνή βαριά. Στο λαϊκό τραγούδι της μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας δεν ακούς απλώς μια ερμηνεία, ακούς τα παράθυρα ενός κόσμου που έκλεισε πίσω του πόρτες. Τραγούδησε ανθρώπους που ζούσαν από νωρίς τη φθορά και την προσμονή, χωρίς να τα χωρίζει. Σε αντίθεση με την επιτηδευμένη τρυφερότητα, η φωνή της είχε μεταλλικό πρόσωπο: εκείνο της καθημερινής αλήθειας, που σε σύγχυση και κρίση δεν κάνει εκπτώσεις στον πόνο. Η απώλειά της δεν είναι στατιστικό στοιχείο· είναι πυρήνας μνήμης μιας εποχής που σιγά σιγά απομακρύνεται.
Μανόλης Λιδάκης – «Για να σε συναντήσω»
Ο Μανόλης Λιδάκης ήταν από εκείνους τους ερμηνευτές που δεν επέτρεψαν ποτέ στο έντεχνο να καταντήσει μορφή χωρίς ψυχή. Δεν έψαχνε πιασάρικες μελωδίες, αλλά τραγούδια που επιθυμούσαν να γεφυρώσουν λόγο και συναίσθημα. Η στιβαρότητα της φωνής του και η ευαισθησία που έβρισκε τρόπο να συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό τον καθιστούν μια μορφή που ανήκει πια σε όσα δεν ξεχνιούνται όταν τελειώνει ένα τραγούδι. Η απώλειά του σηματοδοτεί την σιωπή μιας γενιάς που πίστευε ότι το ελληνικό τραγούδι πρέπει να λέει περισσότερα από όσα υπόσχεται.
Διονύσης Σαββόπουλος — «Ας κρατήσουν οι χοροί»
Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς τραγουδοποιός, ήταν αιώνιο ερώτημα για το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας καλλιτέχνης. Μέσα από τα τραγούδια του έφεραν στη σκηνή σύγκρουση, ειρωνεία, πολιτική σκέψη και κοινωνική αγωνία, χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες απαντήσεις. Η πολυεπίπεδη σύνθεση των ήχων του — από το παραδοσιακό και το ρεμπέτικο μέχρι το rock/folk και την avant-garde — έκανε το έργο του κομβικό σημείο της ελληνικής μουσικής ταυτότητας. Ο Σαββόπουλος άφησε πίσω του ένα corpus τραγουδιών που λειτουργεί ως χάρτης κοινωνικών μετασχηματισμών, λογοτεχνίας, πολιτικής και καθημερινής αμφιβολίας — ένα έργο που δεν θα ησυχάσει μέσα σε μια απλή playlist.
Sly Stone – “Dance to the Music”
Όταν ήταν στο απόγειο της δύναμής του, ο Sly Stone ήταν κάτι σπάνιο: ένας οραματιστής που μοίραζε τη σκηνή. Δεν τραγουδούσε για να ξεχωρίσει· ενορχήστρωνε κοινότητες. Τα τραγούδια του λειτουργούσαν σαν συνομιλίες που συνέβαιναν ταυτόχρονα από παντού. Funk, soul, πολιτική, ουτοπία — όλα στο ίδιο groove. Πέθανε στις 9 Ιουνίου, αφήνοντας πίσω του τη χαρά ως πολιτική πράξη.
D’Angelo – “Devil’s Pie”
Ο θάνατός του τον Οκτώβριο, στα 51, ήταν σοκ. Ο D’Angelo δεν ανανέωσε απλώς το R&B· το εσωτερίκευσε. Έκανε τη σιωπή μέρος της ενορχήστρωσης και τη φθορά κομμάτι της αισθητικής. Η μουσική του δεν ζητούσε κατανάλωση αλλά χρόνο. Και αυτό, τελικά, ήταν το πιο ριζοσπαστικό του στοιχείο.
Ace Frehley – “New York Groove”
Πίσω από το make-up και τις φωτιές των Kiss, ο Ace Frehley ήταν ο κιθαρίστας που έβαλε μελωδία στο θέαμα. Ως solo καλλιτέχνης απέδειξε ότι μπορούσε να σταθεί χωρίς το brand. Το “New York Groove” παραμένει ύμνος πόλης και εποχής — μια στιγμή όπου το glam έγινε λαϊκή κουλτούρα.
Rick Derringer – “Hang On Sloopy”
Ο Derringer ήταν ο ορισμός του επαγγελματία μουσικού: κιθαρίστας, παραγωγός, εργάτης του ήχου. Συνεργάστηκε με τους πάντες, αλλά ξεκίνησε ως έφηβος με ένα Νο1. Αντιπροσωπεύει εκείνη τη γενιά που δεν κυνηγούσε μύθο, έχτιζε δισκογραφία.
Connie Francis – “Pretty Little Baby”
Η Connie Francis υπήρξε η φωνή μιας αθωότητας που σήμερα μοιάζει εξωτική. Κι όμως, το 2025, μια B-side της έγινε viral. Απόδειξη ότι η ποπ μνήμη δεν λειτουργεί γραμμικά. Επιστρέφει όταν τη χρειάζεσαι.
Jimmy Cliff – “You Can Get It If You Really Want”
Ο Jimmy Cliff άνοιξε τον δρόμο πριν τον Marley. Το reggae, μέσα από εκείνον, έγινε παγκόσμια γλώσσα. Πολιτικό χωρίς να χάνει τη μελωδία, αισιόδοξο χωρίς να αγνοεί την αδικία.
Angie Stone – “No More Rain (In This Cloud)”
Από το hip-hop των Sequence στο ώριμο neo-soul, η Angie Stone κουβαλούσε εμπειρία ζωής στη φωνή της. Τραγουδούσε όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να αντέξει.
Roy Ayers – “Everybody Loves the Sunshine”
Λίγα τραγούδια δικαιώνουν τόσο απόλυτα τον τίτλο τους. Ο Ayers δημιούργησε ήχο που ζει παντού — σε samples, σε playlists, σε συλλογική μνήμη. Jazz που δεν κλείστηκε ποτέ στο μουσείο.
Roberta Flack – “The First Time Ever I Saw Your Face”
Η Roberta Flack έφερε κομψότητα χωρίς ψυχρότητα. Κλασική παιδεία, ποπ απεύθυνση, συναισθηματική ακρίβεια. Η επιτυχία της ήρθε όταν το σινεμά συνάντησε τη μουσική — και έμεινε.
Eddie Palmieri – “Azúcar”
Ο Palmieri δεν σεβόταν τα όρια των ειδών. Afro-Cuban, jazz, κλασική φόρμα — όλα πρώτη ύλη για εξερεύνηση. Η salsa ως πειραματισμός, όχι μόνο χορός.
Chuck Mangione – “Feels So Good”
Ένα δεκάλεπτο jazz κομμάτι που έγινε pop hit. Σήμερα ακούγεται αδιανόητο. Τότε, ήταν απόδειξη ότι το κοινό μπορούσε να ακολουθήσει — αν του έδινες χώρο.
Sam Moore & Steve Cropper – “Soul Man”
Η φωνή και η κιθάρα. Το τραγούδι ως διάλογος. Το “Play it, Steve!” είναι ίσως η πιο τίμια στιγμή αναγνώρισης μέσα σε ηχογράφηση.
Mark Volman, The Turtles – “Happy Together”
Pop τελειότητα δύο λεπτών. Αργότερα, πειραματισμός, backing vocals, Zappa. Καριέρα που αρνήθηκε να μείνει ακίνητη.
Ozzy Osbourne – “Changes”
Ο Ozzy δεν ήταν μόνο σκοτάδι. Ήταν και ευαλωτότητα. Το “Changes” παραμένει η πιο ειλικρινής στιγμή ενός ανθρώπου που έζησε στα άκρα.
Jeannie Seely – “Don’t Touch Me”
Πριν το country μιλήσει ανοιχτά για επιθυμία και αυτονομία, το έκανε η Jeannie Seely. Χωρίς φωνές. Με στάση.
Joe Ely – “Boxcars”
Παράδοση με punk ψυχή. Country χωρίς συντήρηση. Ο Ely ανήκε σε εκείνους που ένωσαν κόσμους χωρίς να ζητούν άδεια.
Todd Snider – “Play a Train Song”
Αυτοσαρκασμός, πολιτική, τρυφερότητα. Ο Snider έγραφε τραγούδια σαν μικρά δοκίμια ζωής. Δεν φώναζε — έλεγε αλήθειες.
Rick Davies, Supertrump – “Goodbye Stranger”
Ο ήχος του Wurlitzer, η ειρωνεία, η μελαγχολία. Οι Supertramp δεν ήταν μόνο hits· ήταν αίσθημα εποχής.
Marianne Faithfull – “The Ballad of Lucy Jordan”
Η φωνή που ράγισε και ξαναχτίστηκε. Η Faithfull δεν επέστρεψε απλώς — επανεφηύρε τον εαυτό της μέσα από τη φθορά.
Brian Wilson – “God Only Knows”
Ο Brian Wilson έγραψε τραγούδια που μοιάζουν αιώνια γιατί γεννήθηκαν από εύθραυστο μυαλό. Το “God Only Knows” δεν είναι απλώς love song. Είναι αρχιτεκτονική συγκίνησης.





