Skip to main content

Για σχεδόν έναν αιώνα, τα Βραβεία Όσκαρ λειτουργούσαν με έναν άγραφο αλλά σταθερό κανόνα: οι άντρες ηθοποιοί μπορούσαν να γίνουν σταρ πολύ νωρίς, αλλά όχι καλλιτέχνες που αξίζουν το κορυφαίο βραβείο. Η βιομηχανία αγαπούσε τα νεανικά πρόσωπα, όχι όμως την καλλιτεχνική τους αυθεντία. Ο σεβασμός ερχόταν αργότερα, μαζί με την ηλικία, τις ρυτίδες και την αίσθηση ότι ο χρόνος είχε πλέον «νομιμοποιήσει» την ερμηνεία. Γι’ αυτό και η πρόσφατη συζήτηση γύρω από τον Τίμοθι Σαλαμέ και τον Τζέικομπ Ελόρντι μοιάζει να αφορά κάτι περισσότερο από δύο δημοφιλείς ηθοποιούς. Αγγίζει έναν τρόπο σκέψης που διαμόρφωσε το ίδιο το Χόλιγουντ, ότι η ανδρική ωριμότητα πρέπει πρώτα να φανεί στο σώμα για να αναγνωριστεί στην τέχνη.

Αν κοιτάξει κανείς την ιστορία των βραβείων χωρίς εξωραϊσμούς, το μοτίβο επαναλαμβάνεται με εντυπωσιακή συνέπεια. Οι άντρες κάτω των τριάντα σπάνια βραβεύονται. Όταν συμβαίνει, αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση. Το 2003 ο Αντριέν Μπρόντι κέρδισε το Όσκαρ για το The Pianist. Το 2009 ο Χιθ Λέτζερ τιμήθηκε μετά θάνατον για το The Dark Knight. Έκτοτε, η κανονικότητα επανήλθε. Η ηλικία συνέχισε να λειτουργεί ως σφραγίδα βαρύτητας, σαν η ερμηνεία να χρειάζεται βιολογική απόδειξη εμπειρίας για να θεωρηθεί αληθινή.

Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή στιγμή δεν είναι απλώς η ηλικία των ηθοποιών αλλά οι ρόλοι που τους αναγνωρίζονται. Ο Σαλαμέ στο Marty Supreme δεν παίζει τον νέο άντρα που θα γίνει κάποτε ισχυρός. Παίζει τον άντρα που ήδη αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Οι χαρακτήρες του δεν επιβάλλονται, αποκαλύπτονται. Αντίστοιχα, οι ερμηνείες που συνοδεύουν τη γενιά του Ελόρντι απομακρύνονται από το παλιό μοντέλο αρρενωπότητας, εκεί όπου η δύναμη ήταν σιωπηλή και η ευαισθησία έπρεπε να κρύβεται. Η εύθραυστη παρουσία δεν λειτουργεί πια ως αδυναμία αλλά ως δραματικό κέντρο.

Η μετατόπιση αυτή συμπίπτει με μια λιγότερο ορατή αλλαγή: το ίδιο το εκλογικό σώμα της Ακαδημίας έχει ανανεωθεί. Μετά την περίοδο του #OscarsSoWhite μέλη της Ακαδημίας είναι γυναίκες από διαφορετικές κινηματογραφικές παραδόσεις, σκηνοθέτες από την Ασία και τη Λατινική Αμερική, παραγωγούς από την Ευρώπη, ανθρώπους που έχουν μια σχέση με το σινεμά πολύ διαφορετική από εκείνη των παλιών, λευκών, Αμερικανών αντρών που κρατούσαν την εξουσία για δεκαετίες. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς περισσότερη ποικιλία στις υποψηφιότητες, αλλά διαφορετικός ορισμός της έντασης. Η μεγάλη ερμηνεία δεν χρειάζεται πια να είναι εκρηκτική, μπορεί να είναι εσωτερική. Η βαρύτητα δεν προκύπτει από την ηλικία αλλά από την αλήθεια της στιγμής.

Το βλέπουμε ήδη σε ηθοποιούς όπως ο Πολ Μεσκάλ στο Aftersun ή ο Λούκας Χέτζες στο Manchester By the Sea, των οποίων οι χαρακτήρες δεν κυριαρχούν στο δράμα αλλά σχεδόν χάνονται μέσα του. Παλιότερα τέτοιες ερμηνείες θα θεωρούνταν «μικρές». Σήμερα αναγνωρίζονται ως ώριμες όχι επειδή οι ηθοποιοί μεγάλωσαν, αλλά επειδή άλλαξε το βλέμμα που τους αξιολογεί.

Αν ένας από τους νέους πρωταγωνιστές βρεθεί σύντομα στη σκηνή κρατώντας το αγαλματίδιο, το γεγονός θα σηματοδοτεί κάτι ευρύτερο από μια προσωπική επιτυχία. Θα σημαίνει ότι το Χόλιγουντ απομακρύνεται από την ιδέα πως η ανδρική εμπειρία αποκτά βάρος μόνο μετά από δεκαετίες ζωής. Η ευαλωτότητα δεν θα αντιμετωπίζεται ως πρόλογος της ωριμότητας αλλά ως μορφή της.

Οι αλλαγές στη βιομηχανία του κινηματογράφου σπάνια εμφανίζονται ως επανάσταση. Συνήθως μοιάζουν με λεπτή μετατόπιση, μια στιγμή όπου ένα αποτέλεσμα που κάποτε θα φαινόταν αδιανόητο γίνεται απλώς λογικό. Αν αυτό συμβεί, δεν θα είναι επειδή οι ηθοποιοί άλλαξαν. Θα είναι επειδή το Χόλιγουντ αποφάσισε, έστω αθόρυβα, να τους κοιτάξει διαφορετικά.

stegi radio