Skip to main content

Υπάρχουν γεγονότα που μοιάζουν με ειδήσεις και άλλα που, αν τα κοιτάξεις προσεκτικά, μοιάζουν με μετατόπιση εποχής. Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάστηκε ως είδηαη. Μια επιχείρηση που ολοκληρώθηκε με έναν άνθρωπο σε αμερικανικό έδαφος και ένα κατηγορητήριο που τον περιγράφει ως κάτι ανάμεσα σε αρχηγό κράτους και αρχηγό εγκληματικού δικτύου. Η γλώσσα όμως με την οποία περιγράφηκε, όχι ως πόλεμος, αλλά ως επιβολή του νόμου, αποδείχθηκε πιο αποκαλυπτική από το ίδιο το γεγονός.

Από την αρχή, η Ουάσιγκτον όρισε τους όρους. Law enforcement operation, περιορισμένη και στοχευμένη, με τον στρατό σε ρόλο υποστήριξης. Σαν ένα δύσκολο ένταλμα σε «μη φιλικό έδαφος». Η επιλογή δεν ήταν επικοινωνιακή λεπτομέρεια, ήταν νομική τεχνική. Αν δεν είναι πόλεμος, δεν χρειάζεται να ειπωθεί ως πόλεμος. Κι αν δεν είναι πόλεμος, το ερώτημα της έγκρισης στο εσωτερικό των ΗΠΑ γίνεται θολό.

Το διεθνές ερώτημα, ωστόσο, παραμένει καθαρό. Μπορεί μια υπερδύναμη να συλλαμβάνει έναν de facto αρχηγό κράτους μέσα στη χώρα του, χωρίς συναίνεση και χωρίς διεθνή εξουσιοδότηση; Στο μεταπολεμικό πλαίσιο, η απάντηση είναι αρνητική. Γι’ αυτό και η αντίδραση του ΟΗΕ μίλησε για «επικίνδυνο προηγούμενο» και για παραβίαση του Χάρτη του 1945, που απαγορεύει τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας ενός κράτους.

Όταν δεν υπάρχει εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, όταν δεν υπάρχει συναίνεση του κράτους στο έδαφος του οποίου γίνεται η επιχείρηση, και όταν το επιχείρημα της «αυτοάμυνας» δεν συνοδεύεται από έναν άμεσο και συγκεκριμένο κίνδυνο, το διεθνές δίκαιο βλέπει πράξη ισχύος. Όχι πράξη δικαιοσύνης. Κι όμως, η επίκληση της αυτοάμυνας λειτούργησε σαν λέξη-κλειδί, αρκετή για να συνεχιστεί η αφήγηση χωρίς πολλές ερωτήσεις.

Στο κέντρο αυτής της αφήγησης επανεμφανίζεται ένα φάντασμα του 19ου αιώνα: το Δόγμα Μονρόε. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν το χρησιμοποίησε ως ιστορική αναφορά. Το αναβάπτισε. Το παρουσίασε ως διαχρονική άδεια δράσης, δεμένη με την υπόσχεση «κυριαρχίας» στο δυτικό ημισφαίριο. Η λογική ήταν απλή, σχεδόν αφοπλιστική. Αυτή είναι η περιοχή μας και μέσα σε αυτήν, οι κανόνες ερμηνεύονται από εμάς.

Το κατηγορητήριο πρόσφερε την ηθική επένδυση. Μετέφερε τη σύγκρουση από το πεδίο της πολιτικής στο πεδίο της τάξης. Όταν ο αντίπαλος βαφτίζεται «καρτέλ», η διαφωνία παύει να μοιάζει με διεθνή κρίση και αρχίζει να μοιάζει με αναγκαία επιχείρηση. Κι όμως, ακόμη και μέσα στο αμερικανικό κράτος, υπήρξαν εκτιμήσεις που δεν έδεναν πλήρως με αυτή τη γραμμή. Η πραγματικότητα σπάνια είναι τόσο πειθαρχημένη όσο το αφήγημα που καλείται να υπηρετήσει.

Η ειρωνεία είναι παλιά. Το σύστημα κανόνων που γεννήθηκε μετά το 1945 δεν σχεδιάστηκε για να περιορίζει τους αδύναμους. Σχεδιάστηκε για να συγκρατεί τους ισχυρούς, να βάζει διαδικασία εκεί όπου αλλιώς θα μιλούσε μόνο η ισχύς. Όταν οι ισχυροί αρχίζουν να το προσπερνούν, το σύστημα δεν καταρρέει θεαματικά. Αδειάζει από περιεχόμενο.

Έτσι, το ερώτημα «ήταν νόμιμο;» καταλήγει λιγότερο κρίσιμο από το «τι συμβαίνει αν το θεωρήσουμε κανονικό;». Τα προηγούμενα δεν γεννιούνται ως προηγούμενα. Εμφανίζονται ως εξαιρέσεις. Ως ειδικές περιπτώσεις. Ως «μόνο αυτή τη φορά». Μέχρι να γίνουν τρόπος.

Η Βενεζουέλα δεν είναι το θέμα. Είναι το σημείο δοκιμής μιας νέας πολιτικής: λιγότερο Χάρτης, περισσότερο δόγμα. Λιγότεροι καθολικοί κανόνες, περισσότερη γεωγραφική ιδιοκτησία. Σε έναν κόσμο που επιστρέφει αθόρυβα στη γλώσσα των σφαιρών επιρροής, το διεθνές δίκαιο δεν καταργείται. Γίνεται προαιρετικό. Και τότε η διαφορά ανάμεσα στον κανόνα και την απόφαση παύει να είναι ζήτημα αρχής, γίνεται ζήτημα μεγέθους.