Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και ο καβγάς για το ποιος δικαιούται τη μνήμη
Κάποια στιγμή μέσα στο Σαββατοκύριακο, ενώ η χώρα έκανε αυτό που κάνει πάντα — προσποιούνταν ότι ξεκουράζεται τσεκάροντας πολιτική — εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες. Όχι ως μνήμη. Ως συμβάν. Άνθρωποι που περπατούν προς την εκτέλεση. 1η Μαΐου 1944. Καισαριανή. Για μερικά λεπτά υπήρξε αυτό που σπανίζει στη δημόσια ζωή. Αμηχανία. Εκείνη η αμήχανη σιωπή που δεν είναι σεβασμός αλλά είναι το σοκ ότι κάτι πραγματικό μπήκε κατά λάθος στη ροή.
Κράτησε λίγο.
Η Ελλάδα δεν αφήνει ποτέ την πραγματικότητα αμοντάριστη. Μέσα σε ώρες άρχισε η γνώριμη τελετουργία: ανακοινώσεις, καταγγελίες, καχυποψία, ηθικά πλεονεκτήματα, η γνωστή ελληνική ολυμπιάδα του δικαιώματος στη συγκίνηση.
Γιατί εδώ δεν σε σοκάρει ο θάνατος. Σε σοκάρει το ποιος τον διαχειρίζεται. Η χώρα έχει έναν βαθύ μεταφυσικό φόβο. Να υπάρξει γεγονός χωρίς ιδιοκτήτη. Οτιδήποτε δεν ανήκει κάπου προκαλεί πανικό. Και οι νεκροί είναι επικίνδυνοι γιατί δεν μιλάνε. Άρα μπορεί να μιλήσει οποιοσδήποτε γι’ αυτούς. Έτσι, μέσα σε λιγότερο από μια μέρα, 200 άνθρωποι αντιστασιακοί, οι περισσότεροι μέλη του ΚΚΕ, που εκτελέστηκαν από τους Ναζί απέκτησαν κάτι που δεν είχαν όσο ζούσαν. ΄Εγιναν περιουσιακό στοιχείο.
Ποιος δικαιούται να τους θυμάται. Ποιος τους χρησιμοποιεί. Ποιος τους εργαλειοποιεί. Ποιος τους μονοπωλεί. Ποιος τους προσβάλλει θυμούμενος τους. Η μνήμη έγινε περιουσιακό στοιχείο. Και τότε εμφανίστηκε το πιο ελληνικό ερώτημα από όλα: Από το «ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι» στο «ποιος θα έπρεπε να αγοράσει τις φωτογραφίες».
Εκεί βρίσκεται κάτι βαθύτερο από πολιτική διαφωνία. Η εμφάνιση των φωτογραφιών δεν έφερε σιωπή. Έφερε θέση. Η εκτέλεση δεν έγινε ξανά θέμα επειδή τη θυμηθήκαμε. Έγινε θέμα επειδή εμφανίστηκε νέο υλικό και έπρεπε να αποφασίσουμε σε ποιον ανήκει η συγκίνηση. Στην πραγματικότητα, η διαμάχη δεν αφορά τις φωτογραφίες. Αφορά το μονοπώλιο της ηθικής. Στην Ελλάδα η ηθική δεν είναι αξία. Είναι θέση στάθμευσης. Αν την αφήσεις άδεια, κάποιος θα παρκάρει. Κι έτσι ξεκινά το γνώριμο θέαμα. Άνθρωποι να διαφωνούν για το πώς πρέπει να τιμηθούν άνθρωποι που πέθαναν επειδή κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που διαφωνούσαν για το ποιος δικαιούται να υπάρχει. Οι 200 εκτελεσμένοι αντιστασιακοί μετακινήθηκαν από τον τόπο του θανάτου τους σε κάτι πολύ οικείο, έναν σύγχρονο ελληνικό καβγά.
Όμως υπάρχει κάτι σχεδόν σκληρό σε όλο αυτό. Οι άνθρωποι που εκτελέστηκαν δεν άφησαν πίσω τους ιδιοκτησία. Άφησαν πίσω τους γεγονός. Και το γεγονός δεν ζητά διαχείριση. Ζητά απλώς να το κοιτάξεις. Οι νεκροί της Καισαριανής δεν μπορούν να προσβληθούν από καμία ανακοίνωση. Αυτό που προσβάλλεται είναι η ανάγκη μας να τους μετατρέψουμε σε ρόλο.
Ίσως γι’ αυτό δυσκολευόμαστε τόσο. Η σιωπή δεν δίνει πλεονέκτημα σε κανέναν. Έτσι καταλήγουμε να κάνουμε κάτι παράδοξο. Να μιλάμε για τον σεβασμό μέσα από την αντιπαράθεση και για τη μνήμη μέσα από την κατοχή της. Σαν να μην μπορούμε να μοιραστούμε το παρελθόν αν πρώτα δεν το χωρίσουμε.
Και όμως, μπροστά σε αυτές τις εικόνες υπάρχει μια τρομακτικά απλή πραγματικότητα. 200 άνθρωποι περπάτησαν σε έναν τοίχο και πέθαναν. Δεν το έκαναν για να ανήκουν σε κανέναν. Ούτε για να τους υπερασπιστεί κάποιος. Ούτε για να κερδίσουν τον καβγά μας 82 χρόνια μετά. Αλλά χωρίς τον καβγά, εμείς, 82 χρόνια μετά δεν ξέρουμε πώς να τους κοιτάξουμε.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





