Τα τελευταία χρόνια δεν άλλαξε μόνο η πολιτική, άλλαξε και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η υπόθεση του Τζέφρι Έπστιν έγινε για πολλούς το σημείο όπου η δημόσια καχυποψία απέκτησε συγκεκριμένη μορφή. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα σοκαριστικό έγκλημα, αλλά για μια ιστορία που άγγιξε κυβερνήσεις, πανεπιστήμια, οικονομικές ελίτ και τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Από εκεί και πέρα, η συζήτηση δεν αφορούσε μόνο τι συνέβη αλλά κι αν οι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν ισότιμα για όλους.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν ήταν μόνο τα εγκλήματα, αλλά η αίσθηση ότι για χρόνια το σύστημα δεν τα αντιμετώπισε επαρκώς. Όταν ένας άνθρωπος με εμφανή ισχύ κινείται επί δεκαετίες ανάμεσα σε κορυφαίους οργανισμούς χωρίς συνέπειες, η υπόθεση παύει να είναι ατομική. Γίνεται θεσμική. Η κοινωνία αρχίζει να υποψιάζεται όχι μόνο την παρανομία αλλά και την ανοχή.
Το μοτίβο δεν ήταν μεμονωμένο. Τα προηγούμενα χρόνια αποκαλύψεις σε εκκλησίες, αθλητικούς οργανισμούς και τη βιομηχανία θεάματος έδειξαν ότι η κατάχρηση εξουσίας συχνά προστατεύεται από μηχανισμούς σιωπής. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος παρανομεί, αλλά ποιος επιλέγει να μη βλέπει. Εκεί γεννιέται η κρίση εμπιστοσύνης.
Το διαδίκτυο επιτάχυνε τη μετατόπιση. Στην περίπτωση Έπστιν, μεγάλος όγκος εγγράφων έγινε προσβάσιμος στο κοινό. Οι πολίτες δεν περίμεναν πλέον απλώς ένα πόρισμα, μπορούσαν να δουν οι ίδιοι στοιχεία και να σχηματίσουν γνώμη. Όμως η μαζική πρόσβαση στην πληροφορία δεν παράγει πάντα διαφάνεια. Συχνά παράγει αβεβαιότητα. Η γραμμή ανάμεσα στο αποδεδειγμένο και στο πιθανό γίνεται λεπτή.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική συζήτηση μετακινείται από τα γεγονότα στις υποψίες. Οι πολίτες δεν πιστεύουν απαραίτητα ότι υπάρχει μια μυστική παγκόσμια συνωμοσία. Πιστεύουν όμως ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται το ίδιο για όλους. Κάθε καθυστέρηση, κάθε ημιτελής έρευνα, κάθε αίσθηση ατιμωρησίας ενισχύει τη δυσπιστία προς τη δημοκρατία.
Η μεγαλύτερη συνέπεια δεν είναι η διάδοση των θεωριών συνωμοσίας. Είναι ότι η πραγματικότητα έχει γίνει αρκετά σύνθετη ώστε οι θεωρίες να φαίνονται εύλογες. Όταν η κοινωνία δεν είναι βέβαιη ότι οι θεσμοί μπορούν να επιβάλουν συνέπειες, η οργή μετατρέπεται σε κυνισμό. Η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί τυπικά, αλλά η νομιμοποίησή της γίνεται εύθραυστη. Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σκάνδαλα. Χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι τα σκάνδαλα είναι η κανονικότητα και ότι η εμπιστοσύνη δεν θεωρείται δεδομένη αλλά ζητούμενη.





