Το λάβαρο του Ντέγιαν Μποντιρόγκα κατέβηκε από την οροφή του T-Center και το μπάσκετ βρέθηκε ξαφνικά να συζητά κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα παιχνίδι. Το ντέρμπι στο ΣΕΦ άνοιξε μια κουβέντα για τη διαιτησία, την εξουσία στο ευρωπαϊκό μπάσκετ και τη μνήμη των συλλόγων. Μια στιγμή που έμοιαζε μικρή, αλλά είχε μέσα της κάτι βαθύτερο: τη σύγκρουση ανάμεσα στο παρόν και την ιστορία.
Υπάρχει ένας παλιός κανόνας στα γήπεδα που όλοι τον ξέρουν, ακόμη κι αν δεν τον λένε δυνατά: τα λάβαρα ανεβαίνουν για να θυμίζουν την ιστορία. Δεν κατεβαίνουν για να λύσουν τους καυγάδες. Στο χθεσινό ντέρμπι όμως, κάπου ανάμεσα σε σφυρίγματα που προκάλεσαν ερωτηματικά και σε έναν ακόμη γύρο πολέμου με διαιτητές και Euroleague, μερικά χιλιόμετρα βορειότερα, ένα λάβαρο άρχισε να κατεβαίνει από την οροφή. Ήταν το λάβαρο του Ντέγιαν Μποντιρόγκα. Και εκεί κάπου κατάλαβες ότι το παιχνίδι είχε μόλις ξεφύγει από το παρκέ. Γιατί όταν αρχίζουν να κατεβαίνουν τα λάβαρα, το θέμα δεν είναι πια το σκορ.
Το χθεσινό βράδυ στο ΣΕΦ είχε όλα τα συστατικά μιας κλασικής ελληνικής μπασκετικής έντασης: φωνές, νεύρα και σφυρίγματα που κατάφεραν για άλλη μια φορά να αναρωτηθούμε αν οι διατητές και όλοι εμείς βλέπουμε το ίδιο παιχνίδι. Και εδώ ξεκινά η γνωστή φράση που επαναλαμβάνεται κάθε φορά σε τέτοιες βραδιές: «Δεν παίξαμε καλά, ας μη μιλάμε για διαιτησία». Ακούγεται σοβαρό. Ακούγεται ψύχραιμο. Στην πραγματικότητα όμως είναι μια από τις πιο βολικές αυταπάτες του μπάσκετ. Γιατί η διαιτησία δεν είναι εξωτερικός παράγοντας. Είναι μέρος του παιχνιδιού. Καθορίζει τον ρυθμό, επηρεάζει την ψυχολογία και συχνά αλλάζει την ισορροπία ενός αγώνα.
Όποιος έχει παίξει έστω και λίγο το άθλημα το γνωρίζει. Ξέρει τι σημαίνει να μπαίνεις στη ρακέτα, να δέχεσαι επαφές μέχρι να φτάσεις στο καλάθι και να μη σφυρίζεται τίποτα. Και στο επόμενο δευτερόλεπτο, στην άμυνα, να ακούς τη σφυρίχτρα να χρεώνει φάουλ με την παραμικρή επαφή. Ξέρει τι σημαίνει hand checking στην περιφέρεια, σκληρά σκριν, συνεχείς επαφές και ένα παιχνίδι που αρχίζει να γίνεται όλο και πιο νευρικό. Οι παίκτες δεν είναι ρομπότ. Οι παλμοί ανεβαίνουν, η ψυχραιμία αρχίζει να χάνεται και μαζί της φεύγει και η συγκέντρωση. Και τότε αρχίζουν τα λάθη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η ψυχολογία μπορεί να γυρίσει ολόκληρο παιχνίδι ανάποδα.
Σε αυτές τις λεπτομέρειες αρχίζουν να εμφανίζονται και οι αριθμοί που γεννούν ερωτήματα. Ντιλικίνα πάνω στον Ναν για 22 λεπτά με ένα φάουλ. Μιλουτίνοφ 23 λεπτά χωρίς φάουλ. Τζόσεφ 18 λεπτά στην περιφέρεια χωρίς φάουλ. Από την άλλη πλευρά Γκραντ τρία, Χέιζ τέσσερα, Χολμς τέσσερα, Χουάντσο τέσσερα. Ίσως όλα αυτά να είναι απλώς στατιστική. Ίσως όχι. Στο μπάσκετ υπάρχει ένας απλός τρόπος να κρίνεις μια διαιτησία: κοιτάς τα κριτήρια με τα οποία σφυρίζονται οι δύο πλευρές. Αν είναι ίδια, όλα καλά. Αν όχι, αρχίζουν οι υποψίες.
Και κάπου μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος. Ο ιδιοκτήτης του Παναθηναϊκού δεν λειτουργεί απλώς ως παράγοντας. Τα τελευταία χρόνια έχει μετατρέψει την παρουσία του στο ευρωπαϊκό μπάσκετ σε ένα διαρκές πεδίο σύγκρουσης με τη Euroleague. Άλλοτε καταγγέλλει τη διοργάνωση, άλλοτε επιτίθεται στους διαιτητές και άλλοτε ανοίγει μέτωπα με ολόκληρο το σύστημα εξουσίας του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Τις περισσότερες φορές όχι άδικα. Και κάπως έτσι το παιχνίδι μοιάζει να παίζεται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα: στο παρκέ, στα γραφεία και στα social media. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Τα λάβαρα δεν είναι σκηνικά. Τα λάβαρα είναι μνήμη.
Ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα δεν ήταν ποτέ ο πιο εντυπωσιακός παίκτης στο παρκέ. Δεν πετούσε σαν highlight του NBA ούτε έμοιαζε με poster boy του θεάματος. Ήταν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για τους αντιπάλους του. Ήταν ψυχρός. Εκείνη η ψυχραιμία που έκανε το παιχνίδι να φαίνεται πιο αργό μόνο και μόνο επειδή η μπάλα βρισκόταν στα χέρια του. Έπαιρνε την μπάλα και ο χρόνος στο γήπεδο άλλαζε. Ένα βήμα, μια προσποίηση, ένα γύρισμα και η μπάλα στο καλάθι. Σαν να εκτελούσε μια εξίσωση που είχε ήδη λύσει πριν αρχίσει το παιχνίδι.
Το 1998 ο Παναθηναϊκός έφερε έναν παίκτη που δεν χρειαζόταν φασαρία για να γράψει ιστορία. Και την έγραψε. Το ΣΕΦ τότε ήταν για τους Παναθηναϊκούς κάτι σαν συλλογικός εφιάλτης. Η σειρά των τελικών στο 2-2 και η ένταση στο κόκκινο. Και τότε ο Μποντιρόγκα είπε κάτι που ακόμη και σήμερα ακούγεται παράλογο: «Γιατί όχι; Μπορούμε να κερδίσουμε στο ΣΕΦ». Το είπε σαν να μιλούσε για τον καιρό. Και μετά το έκανε. Πρωτάθλημα μέσα στο ΣΕΦ και ο Μποντιρόγκα με ένα πούρο στο παρκέ. Γι’ αυτό υπάρχουν τα λάβαρα. Για να θυμίζουν στους νεότερους ότι πριν από τα social media και τις εταιρικές ανακοινώσεις υπήρχαν παίκτες που έγραφαν ιστορία στο παρκέ.
Μόνο που ζούμε σε μια περίεργη εποχή. Μια εποχή που κατεβάζει τα λάβαρά της. Κατεβάζουμε αγάλματα, κατεβάζουμε ονόματα δρόμων, κατεβάζουμε πρόσωπα από την ιστορία. Κάθε γενιά θυμώνει με την προηγούμενη και αποφασίζει να τη διαγράψει. Οι σύλλογοι σήμερα είναι εταιρείες με ισολογισμούς και τηλεοπτικά συμβόλαια. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν λειτουργεί σαν εταιρεία: η ιστορία.
Και γι’ αυτό μπορείς να κατεβάσεις ένα λάβαρο από το ταβάνι ενός γηπέδου. Αλλά δεν μπορείς να κατεβάσεις την ιστορία. Γιατί η ιστορία δεν κρέμεται από το ταβάνι. Ζει στη μνήμη. Και η μνήμη έχει μια κακή συνήθεια: επιστρέφει. Ξανά και ξανά.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί κατέβηκε ένα λάβαρο. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο εύκολα κατεβαίνουν σήμερα τα λάβαρα μιας εποχής. Γιατί αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος τα γήπεδα θα έχουν μόνο ένα πράγμα πάνω από τα κεφάλια μας. Ένα ταβάνι καθαρό. Άδειο από λάβαρα. Άδειο από μνήμη.
Και κάτω από αυτό το ταβάνι θα συνεχίσουμε να παίζουμε παιχνίδια που κανείς δεν θυμάται πια γιατί ξεκίνησαν.





