Το 1934 ο ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα έγραψε το θεατρικό έργο Yerma, περιγράφοντας την αγωνιώδη αναζήτηση μιας γυναίκας να γίνει μητέρα. Το αριστούργημα του Ισπανού ποιητή εντάσσεται στην τριλογία της ισπανικής υπαίθρου μαζί με τον «Ματωμένο γάμο» και «Tο σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα». Έχει σημασία στην κατανόηση της δραματουργίας του Λόρκα η σύνδεση των τριών έργων. Μέσα από τη μελέτη της τριλογίας αποκαλύπτεται μια ενιαία ιστορία που σκιαγραφεί τη θέση της γυναίκας όπως αυτή καθορίστηκε από τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Η γυναίκα της επιθυμίας, της γονιμότητας και του καθήκοντος προβάλει μέσα από τον λόγο του ανδαλουσιανού ποιητή σαν άγιο δισκοπότηρο που κάθε βράδυ ξαπλώνει με την κοιλιά του πεινασμένη. Ένα θηρίο που έμαθε να υπηρετεί, να σκύβει το κεφάλι και να υπάρχει μέσα από τον πατέρα, τον σύζυγο, τον γιο. Αν σε αυτή την ιστορία αντικαταστήσουμε τη γυναίκα με κάθε άνθρωπο που συνθλίβεται από τα στερεότυπα έχουμε την εικόνα του ίδιου του Λόρκα.

Η παράσταση
Η πολιτική πένα του Λόρκα με τους άπειρους συμβολισμούς βρίσκουν στέγη στην ανάγνωση της Πρωτόπαππα που με τη αρωγή του Γιάννου Περλέγκα στη δραματουργία καταφέρνει να αναδείξει τις πολιτικές και προσωπικές αντιφάσεις του συγγραφέα. Η σκηνοθέτρια καταδύεται με σεμνότητα στο δραματουργικό σύμπαν του Λόρκα βγάζοντας στην επιφάνεια τον ίδιο τον ποιητή. Τοποθετώντας τον πάνω στη σκηνή του αναθέτει όχι απλά τον ρόλο του αφηγητή αλλά του ανθρώπου που μέσα του κατοικούν όλα τα πρόσωπα του έργου.

Η συνάντηση τους, η παράλληλη ομιλία τους, τα σχόλια για τη Βίβλο και τον Μαρξ, δημιουργούν έξυπνες γέφυρες που κάνουν το έργο σημερινό χωρίς να χάνει σπιθαμή από τον λυρισμό του. Οι μουσικές, η μυρωδιά του χώματος, οι παγανιστικές παρεκλίσσεις είναι παρούσες στην παράσταση που δεν περιορίζεται σε ένα στενάχωρο δράμα για τη στειρότητα αλλά ανοίγει τη βεντάλια της στον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας που εκπαιδεύτηκε να νιώθει πληρότητα μόνο μέσα από τον ρόλο της μητέρας.
Η Γέρμα υποφέρει όχι μόνο γιατί δεν κυοφορεί αλλά επειδή διδάχτηκε πως αυτός είναι ο δρόμος προς την ολοκλήρωση. Η επιθυμία στη ζωή μιας γυναίκας δικαιολογείται ως προϋπόθεση καρποφορίας και όχι ως αρχέγονο ένστικτο. Όλες αυτές οι σκέψεις δεν αποκαλύπτονται βίαια ούτε με τη έννοια του κατεπείγοντος. Υπάρχει μια απαλάδα στο έργο που βρίσκεται σε διαρκή επαφή με την παρουσία του Λόρκα. Ακόμα και τα ξεσπάσματα της πρωταγωνίστριας εκφράζονται περισσότερο ως παράκληση παρά ως απαίτηση. Η Μαρία Πρωτόπαππα σκηνοθετεί τον εαυτό της αγγίζοντας τις λέξεις με τρυφερότητα και συνάμα αδιαπραγμάτευτη δύναμη.

Ο Γιάννος Περλέγκας στον ρόλο του Λόρκα ενδύεται το σαρκίο κάθε χαρακτήρα ενορχηστρώνοντας σε πραγματικό χρόνο την παράσταση. Με λόγο καθαρό καταφέρνει να μπαινοβγαίνει στους ρόλους με περισσή άνεση. Ο Σίμος Κακάλας, ως Χουάν παραμένει στιβαρός ερμηνευτικά ενσαρκώνοντας τον απλοϊκό χωρικό και αδιάφορο σύζυγο που στέκεται στο πλάι της γυναίκα του εκπληρώνοντας το χρέος της δικής του μοίρας.
Η Ηλέκτρα Μπαρούτα και ο Νώντας Δαμόπουλος στέκονται με συνέπεια στους πολλαπλούς ρόλους που καλούνται να ερμηνεύσουν καταφέρνοντας μια εντυπωσιακή χορογραφία, όπως τη σχεδίασε η Μαριέλα Νέστορα.
Άφησα για το τέλος τη σκηνογραφία της Μαγδαληνής Αυγερινού που επιβάλλεται στην παράσταση από το πρώτο λεπτό, αναδεικνύοντας τον διάλογο μεταξύ θεάτρου και άλλων συγγενών τεχνών. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζουν οι θεατές στη σκηνή του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης είναι ένα μεγάλο κρεβάτι που δικαιώνεται όχι από την ερωτική ανάγκη αλλά από την προσπάθεια ενός άντρα και μίας γυναίκας να κάνουν το καθήκον τους. Μια πράξη που δεν θυμίζει σε τίποτα το παραλήρημα δύο εραστών, αντιθέτως ματαιώνεται κάτω από το βάρος του οικογενειακού χρέους σε μια εποχή που η αναπαραγωγή αποτελούσε δείκτη κοινωνικής υπεροχής. Ένα κρεβάτι αλέκιαστο, παστρικό που αντί για νυφικό ταιριάζει περισσότερο σε νεκροκρέβατο που γκρεμίζεται όπως ακριβώς σιγά σιγά γκρεμίζεται και ο παλιός κόσμος.
Info
Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν-Υπόγειο
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Παρασκευή: 21.00
Σάββατο: 18.00 & 21.00
Κυριακή: έως 18/1 18.00 & 21.00 και από 25/1 μόνο 18.00





