Ο Μάρτι Ράισμαν δεν υπήρξε απλώς πρωταθλητής. Υπήρξε κάτι πιο σπάνιο και πιο δύσκολο, ήταν μια κατηγορία μόνος του. Ένας άνθρωπος που έφτιαξε ολόκληρη κοσμοθεωρία γύρω από ένα παιχνίδι το οποίο ο υπόλοιπος κόσμος θεωρούσε ασήμαντο. Το πινγκ-πονγκ, για τον Ράισμαν, δεν ήταν άθλημα, ούτε διασκέδαση. Ήταν μέτρο αξίας, εργαλείο επιβίωσης, δημόσια σκηνή και προσωπικό καταφύγιο. Γεννημένος το 1930 και μεγαλωμένος στη Lower East Side του Μανχάταν, σε μια Νέα Υόρκη φτωχή, σκληρή και χωρίς δίχτυ ασφαλείας, ο Ράισμαν έμαθε από νωρίς ότι τίποτα δεν χαρίζεται. Ο πατέρας του, οδηγός ταξί και παθολογικός τζογαδόρος, του δίδαξε, έστω άθελά του, ένα μάθημα που θα τον συνόδευε για πάντα. Ποτέ μην ποντάρεις σε κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό σου. Η μητέρα του έφυγε, το σπίτι διαλύθηκε, και ο νεαρός Ράισμαν βρήκε καταφύγιο σε ένα δημόσιο τραπέζι πινγκ-πονγκ, δίπλα στο Seward Park. Εκεί άρχισε η ιστορία.

Στα δώδεκά του έπαιξε τον πρώτο αγώνα για χρήματα. Έχασε και εθίστηκε. Όχι τόσο στη νίκη, όσο στην ένταση της αναμέτρησης, στο βλέμμα του αντιπάλου, στο βάρος του στοιχήματος. Σύντομα βρέθηκε στο Lawrence’s Broadway Table Tennis Club, ένα υπόγειο, πρώην speakeasy, όπου το πινγκ-πονγκ δεν παιζόταν για τρόπαια αλλά για μετρητά. Εκεί δεν μάθαινες απλώς να χτυπάς την μπάλα. Μάθαινες να διαβάζεις ανθρώπους.

Ο Ράισμαν εγκατέλειψε το σχολείο χωρίς δεύτερη σκέψη. Όπως έγραψε αργότερα, ό,τι ήθελε να μάθει, το έμαθε στο Lawrence’s: ψυχολογία, φυσική, υπομονή, θράσος. Έπαιζε δέκα ώρες την ημέρα. Ζούσε από το παιχνίδι πριν καν ενηλικιωθεί. Μέχρι τα δεκατέσσερα είχε ήδη αυτονομηθεί οικονομικά και είχε γίνει μέρος μιας κουλτούρας όπου το ταλέντο μεταφραζόταν άμεσα σε χρήμα. Είχε τη συνήθεια να μετρά το ύψος του φιλέ πριν από τους αγώνες — για ακρίβεια — με χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων. Γιατί όχι με χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου που έχει τις ίδιες διαστάσεις, τον ρωτούσαν πολλοί. «Γιατί να είσαι τσιγκούνης;» απαντούσε.
Γνωστός ως The Needle («Η Βελόνα») λόγω του λεπτού του σώματος και της κοφτερής ευφυΐας του πάνω στο παιχνίδι, ο Ράισμαν φρόντιζε σχολαστικά τις κατά παραγγελία εμμονές του. Την αριστοκρατία των ρακετών hardbat (όχι εκείνα τα σπογγώδη τερατουργήματα που ανέτρεψαν το σύγχρονο παιχνίδι) και, κυρίως, κάθε αφήγηση που διαιώνιζε αυτό που με αυτολατρεία αποκαλούσε «τον μύθο του Ράισμαν».

Το στυλ του ήταν επιθετικό, σχεδόν προκλητικό. Το λεγόμενο fast hit: χτυπούσε την μπάλα αμέσως μετά την αναπήδηση, εξαντλώντας τον αντίπαλο, πιέζοντας τον ρυθμό, επιβάλλοντας κυριαρχία. Αλλά ο Ράισμαν δεν αρκέστηκε ποτέ στην καθαρή αποτελεσματικότητα. Ήθελε κοινό. Ήθελε βλέμματα. Έπαιζε πίσω από την πλάτη, ανάμεσα στα πόδια, με παπούτσι, με καπάκι σκουπιδοτενεκέ. Έσπαγε τσιγάρα με την μπάλα από τη μία άκρη του τραπεζιού στην άλλη. Δεν ήταν τσίρκο, ήταν δήλωση: είμαι εδώ και δεν μπορείτε να με αγνοήσετε.
Η συνεργασία του με τους Harlem Globetrotters, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, του έδωσε για πρώτη φορά μαζικό ακροατήριο. Το πινγκ-πονγκ, για λίγα λεπτά κάθε βράδυ, έπαψε να θεωρείται γελοίο. Ο Ράισμαν κατάλαβε τότε κάτι θεμελιώδες: δεν ήθελε απλώς να κερδίζει, ήθελε να τον χειροκροτούν. Η αναγνώριση ήταν εξίσου σημαντική με το αποτέλεσμα.

Αγωνιστικά, υπήρξε από τους κορυφαίους παίκτες στον κόσμο. Συμμετείχε σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, αντιμετώπισε θρύλους, κατέκτησε δεκάδες τίτλους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Κι όμως, το μεγάλο τρόπαιο δεν ήρθε ποτέ. Η καθοριστική στιγμή ήταν το 1952, όταν ηττήθηκε από τον Hiroji Satoh, ο οποίος χρησιμοποιούσε τη νέα ρακέτα με σπόγγο, μια τεχνολογική καινοτομία που άλλαξε για πάντα το άθλημα. Ο Ράισμαν πίστευε ότι οι ρακέτες hardbat διατηρούσαν έναν «διάλογο» μέσα στο παιχνίδι. Ο σπόγγος, αντίθετα, έκανε το πινγκ-πονγκ αστραπιαίο, σιωπηλό, σχεδόν απάνθρωπο.
Δεν προσαρμόστηκε εύκολα. Και πλήρωσε το τίμημα. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν ήθελε να εγκαταλείψει την αισθητική και τη φιλοσοφία του. Κάποιοι αθλητές χάνουν από αντιπάλους. Ο Ράισμαν έχασε από το μέλλον, παρά το γεγονός ότι στον επαναληπτικό αγώνα κέρδισε τον Satoh, αποδεικνύοντας ότι η εμπειρία και η υπομονή μπορούν να νικήσουν την καινοτομία.
Παράλληλα με το παιχνίδι, έζησε μια ζωή στα όρια: παράνομα στοιχήματα, λαθρεμπόριο, ταξίδια, απίθανες ιστορίες που συχνά αγγίζουν τον μύθο. Ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη. Σε έναν κόσμο που δεν φρόντιζε τους παίκτες του, θεώρησε τη δική του ηθική επαρκή. Το παιχνίδι τον δικαιολογούσε. Ο αστικός μύθος λέει ότι αγόραζε τρίκουμπα κοστούμια για τα εγγόνια του, όταν ήταν ακόμα σε ηλικία νηπιαγωγείου, και τα εκπαίδευε να επαναλαμβάνουν μια αγαπημένη του ατάκα στους σερβιτόρους ακριβών εστιατορίων:
«Το φαγητό είναι εξαίσιο. Τα συγχαρητήριά μας στον σεφ».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνέχισε να παίζει, να διδάσκει, να προκαλεί. Κέρδισε εθνικό τίτλο στα 67 του. Έγινε θρύλος του hardbat. Άνοιξε δικό του κλαμπ στη Νέα Υόρκη, όπου σύχναζαν μορφές όπως ο Bobby Fischer και ο Kurt Vonnegut. Αντιμετώπισε σοβαρές κρίσεις άγχους, αλλά ποτέ δεν απομακρύνθηκε από το τραπέζι. Φλέρταρε ακατάπαυστα μέχρι τα 80 του, με γνωστούς και αγνώστους, και απήγγελλε μονολόγους του Σαίξπηρ σε ακτιβιστές για τη διάσωση ζώων στα πεζοδρόμια του Μανχάταν, για λόγους που διέφευγαν πλήρως από το κοινό του. Η ταινία Marty Supreme δεν αφηγείται πιστά τη ζωή του. Ο ήρωας του Τιμοτέ Σαλαμέ είναι σύνθεση, μυθοπλασία, δραματουργικό εργαλείο. Όμως το πνεύμα είναι εκεί: ο άνθρωπος που βλέπει τη σταθερότητα ως παγίδα, τη δουλειά ως καταστολή, και την πλήρη αφοσίωση ως μοναδική σωτηρία.
Στο τέλος, ο Μάρτι Ράισμαν δεν μας άφησε μια ιστορία επιτυχίας. Μας άφησε κάτι πιο ενοχλητικό και πιο αληθινό: την ιδέα ότι αν βρεις κάτι που γεμίζει απόλυτα τις μέρες σου, δεν σου μένει χρόνος να φοβηθείς. Και ίσως αυτό, όσο επικίνδυνο κι αν είναι, να είναι το πιο κοντινό που φτάνουμε ποτέ στην ελευθερία.





