Skip to main content

Δεν ήταν αυτοκτονία μόνο. Ήταν κοινωνικό-πολιτικό μήνυμα γραμμένο με σπασμένα κόκαλα πάνω σε τσιμέντο. Δύο 17χρονα κορίτσια ανεβαίνουν σε μια ταράτσα στην Ηλιούπολη, κλειδώνουν την πόρτα πίσω τους σαν να θέλουν να εμποδίσουν τον κόσμο να τις ακολουθήσει, βάζουν ακουστικά στ’ αυτιά -λες και ακόμα και την τελευταία στιγμή ήθελαν να πνίξουν τον θόρυβο αυτής της απάνθρωπης πόλης- κρατιούνται χέρι-χέρι και πέφτουν στο κενό. Εσύ διαβάζεις την είδηση πίνοντας καφέ μέσα σε μια χώρα που έχει μετατρέψει την εφηβεία σε βιομηχανική ζώνη άγχους. Αυτό δεν είναι κοινωνία. Είναι γραμμή παραγωγής νευρωτικών ανθρώπων με καλούς βαθμούς και κατεστραμμένο νευρικό σύστημα.

Μετά εμφανιζόμαστε όλοι εμείς. Οι σοκαρισμένοι. Οι “πέσαμε από τα σύννεφα”. Οι “μα πώς γίνεται”. Οι ειδικοί των πρωινάδικων. Οι πολιτικοί των συλλυπητηρίων. Οι γονείς που θα αγκαλιάσουν λίγο πιο σφιχτά τα παιδιά τους για δύο βράδια και μετά θα ξαναρωτήσουν “τι έγραψες στο διαγώνισμα;”. Οι δημοσιογράφοι που θα ψάξουν screenshots, σημειώματα, τελευταίες αναρτήσεις, λες και η ανθρώπινη απόγνωση είναι επεισόδιο true crime στο Netflix. Αλλά η αλήθεια είναι τόσο βρόμικη που κανένα πρωινάδικο δεν μπορεί να τη σερβίρει ανάμεσα σε διαφημίσεις.

Κοιτάξτε γύρω σας. Τα παιδιά αυτής της χώρας δεν μεγαλώνουν. Επιβιώνουν. Κυκλοφορούν με μάτια σαραντάχρονων λογιστών που χρωστάνε στην εφορία. Δεκαεπτά χρονών και ήδη εξαντλημένα. Ήδη φοβισμένα. Ήδη πεισμένα ότι αν δεν γράψουν καλά σε τέσσερα γαμημένα τρίωρα εξετάσεων, η ζωή τους τελείωσε πριν καν αρχίσει. Από τα δεκαπέντε τους ακούνε ότι “κρίνεται το μέλλον τους”. Από τα δεκαέξι τους ζουν σαν μεσήλικες υπαλλήλους σε burnout. Σχολείο το πρωί, φροντιστήριο το απόγευμα, ιδιαίτερα το βράδυ, τεστ, SOS, ασκήσεις, μόρια, συγκρίσεις, ενοχές, πανικός.

Δείτε Ακόμα

Μια ολόκληρη βιομηχανία φόβου στημένη πάνω στις πλάτες παιδιών. Παιδιών που κανονικά θα έπρεπε να ερωτεύονται, να τρέχουν σε συναυλίες, να γυρνάνε σπίτι ιδρωμένα από μπάλα και βόλτες και να γελάνε χωρίς λόγο στις πλατείες. Αντί γι’ αυτό, μεγαλώνουν σαν χρηματιστηριακά προϊόντα υπό αξιολόγηση.

“Αν δεν περάσεις, τι θα κάνεις;”
“Αν δεν γράψεις καλά, χάθηκες.”
“Αν αποτύχεις τώρα, τελείωσε.”

Έτσι μιλάμε στα παιδιά μας. Έτσι τα κοιτάμε. Όχι σαν ανθρώπους αλλά σαν project υπό πίεση.

Το πιο χυδαίο είναι ότι το λέμε αυτό σε μια χώρα όπου ακόμα κι αν περάσεις, ακόμα κι αν σκιστείς, ακόμα κι αν πάρεις πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό, στο τέλος μπορεί να δουλεύεις για 850 ευρώ σε μια αγορά που σε αντιμετωπίζει σαν αναλώσιμο ανταλλακτικό.

Τα παιδιά δεν είναι χαζά. Βλέπουν. Καταλαβαίνουν. Βλέπουν τους γονείς τους εξαντλημένους, ανθρώπους σαράντα και πενήντα χρονών να ζουν με φόβο λογαριασμών, ενοικίων και δανείων. Βλέπουν πτυχιούχους να φεύγουν στο εξωτερικό. Βλέπουν ότι το “διάβασε για να σωθείς” ήταν τελικά μια συμφωνία χωρίς αντίκρισμα. Και μέσα σε αυτό το τοπίο, έχουμε το θράσος να μιλάμε για “αριστεία”.

Ποια αριστεία ακριβώς; Την αριστεία των παιδιών που κοιμούνται τέσσερις ώρες; Την αριστεία των κρίσεων πανικού; Την αριστεία των αντικαταθλιπτικών στο Λύκειο; Την αριστεία μιας χώρας που έχει μετατρέψει την εφηβεία σε στρατόπεδο εξετάσεων;

Το σύστημα των Πανελλαδικών είναι ένας τεράστιος μηχανισμός ψυχολογικής σύνθλιψης που η Ελλάδα βαφτίζει “αδιάβλητο” για να μην παραδεχτεί ότι είναι απάνθρωπο. Κι έχουν περάσει δεκαετίες και καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε πραγματικά να το γκρεμίσει. Γιατί βολεύει. Βολεύει πολιτικά. Βολεύει οικονομικά. Βολεύει μια κοινωνία που έχει μάθει να μετρά την αξία ενός παιδιού σε μόρια και σχολές.

Το χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι γονείς το αποδέχτηκαν. Γιατί έτσι έμαθαν κι αυτοί. Γιατί τους τσάκισαν και μετά τους έπεισαν ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που περνάει το τραύμα από γενιά σε γενιά και το βαφτίζει “ωρίμανση”.

Μόνο που κάποια παιδιά δεν αντέχουν να κουβαλήσουν άλλο το φορτίο των προηγούμενων. Και τότε ανεβαίνουν σε μια ταράτσα. Κι εκεί για λίγα δευτερόλεπτα πριν το κενό, ίσως να ένιωσαν πιο ελεύθερες απ’ όσο ένιωσαν ποτέ μέσα σε αυτό το σύστημα.

Κάποτε οι έφηβοι ονειρεύονταν ότι θα κατακτήσουν τον κόσμο. Σήμερα πολλοί απλώς ελπίζουν να αντέξουν μέχρι την επόμενη μέρα. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη συλλογική μας αποτυχία. Όχι ότι δύο παιδιά ήθελαν να πεθάνουν. Αλλά ότι η ζωή που τους προσφέραμε τους έμοιαζε χειρότερη από το κενό.

rodrogues