Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης δεν σε περιμένει. Σε βρίσκει εκεί που είσαι και σε βάζει, χωρίς να το καταλάβεις, μέσα σε μια σιωπή που δεν μοιάζει με τις άλλες. Στην εκκλησία το φως είναι χαμηλό, τα πρόσωπα χάνονται στο ημίφως και οι κινήσεις γίνονται πιο αργές, σαν να βαραίνει ο χρόνος. Δεν υπάρχει ένταση, δεν υπάρχει κορύφωση. Κι όμως, κάτι έχει ήδη αρχίσει να μετακινείται.
Ακούγεται η φωνή: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…». Όχι δυνατά, όχι επιβλητικά. Σαν να λέγεται σχεδόν προσωπικά, σαν να απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά. Και μέσα σε αυτή τη φράση χωράει ολόκληρη η ημέρα. Η παραβολή των δέκα παρθένων δεν χρειάζεται εξήγηση για να σε αγγίξει. Πέντε φρόνιμες και πέντε μωρές παρθένες περιμένουν το Νυμφίο να έλθει να παραλάβει τη νύφη. Οι φρόνιμες, που είχαν προνοήσει φρόντισαν να πάρουν μαζί τους λάδι ώστε να έχουν για να φωτίζουν τα λυχνάρια τους. Δεν ισχύει το ίδιο όμως και για τις μωρές, οι οποίες λόγω της αργοπορίας του Νυμφίου αποκοιμήθηκαν. Έτσι όταν ακούγεται η φωνή «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ψάχνουν να βρουν λάδι για να ανάψουν τα σβησμένα λυχνάρια τους, με αποτέλεσμα να μένουν «εκτός νυμφώνος». Όχι επειδή αρνήθηκαν. Όχι επειδή δεν πίστεψαν. Αλλά επειδή δεν ήταν έτοιμοι.

Το φως δεν σβήνει απότομα. Χάνεται λίγο-λίγο, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει πια. Και τότε, δεν υπάρχει χρόνος να το ξαναφέρεις πίσω. Η πόρτα κλείνει χωρίς θόρυβο. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη αλήθεια της Μεγάλης Τρίτης: τίποτα δεν τελειώνει με κραυγές. Τα πιο σημαντικά συμβαίνουν αθόρυβα.
Η δεύτερη παραβολή, των ταλάντων, δεν έρχεται να αλλάξει το νόημα αλλά να το βαθύνει. Δεν μιλά για την απουσία, αλλά για τον φόβο. Για εκείνη τη στιγμή που κρατάς κάτι πολύτιμο στα χέρια σου και επιλέγεις να το κρύψεις, να το αφήσεις ανέγγιχτο, να το προστατεύσεις από τον κίνδυνο της απώλειας. Και τελικά, το χάνεις ακριβώς επειδή δεν το τόλμησες. Μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα. Η Μεγάλη Τρίτη δεν κατηγορεί. Φωτίζει. Και αυτό που φωτίζει δεν είναι πάντα εύκολο να το αντικρίσεις.
Στα ευαγγελικά αναγνώσματα της ημέρας, η φωνή γίνεται πιο αιχμηρή. Η καταγγελία προς τους Φαρισαίους δεν είναι μια απλή σύγκρουση· είναι μια αποκάλυψη της υποκρισίας, της πίστης που μένει στην επιφάνεια, της ηθικής που υπάρχει μόνο για να φαίνεται. Είναι μια υπενθύμιση ότι δεν αρκεί να ανήκεις· πρέπει να είσαι αληθινός.
Και ύστερα, η νύχτα βαθαίνει.
Το τροπάριο της Κασσιανή αρχίζει σαν μια εξομολόγηση που δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα. Η φωνή της γυναίκας δεν διεκδικεί, δεν επιχειρηματολογεί, δεν απολογείται. Στέκεται απέναντι σε αυτό που είναι και αφήνεται. Ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης όπου είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47) που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο, και συγχωρέθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο, ενώ ψάλλεται ένα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή τροπάρια της θρησκευτικής υμνολογίας, το τροπάριο της Κασσιανής που αρχίζει με τις λέξεις: «Κύριε η εν πoλλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή..».
Το τροπάριο της Κασσιανής
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή,
την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ•
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους Ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει•
καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις•
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους,
τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».
Μετάφραση στο τροπάριο της Κασσιανής δια χειρός Φώτη Κόντογλου:
«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα πόδια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα πόδια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος».
Η Μεγάλη Τρίτη δεν σε σταματά. Δεν σε πιέζει. Δεν σου ζητά να γίνεις κάτι άλλο. Σε φέρνει απλώς λίγο πιο κοντά σε αυτό που είσαι και σε αυτό που έχεις αφήσει να σβήσει. Και για μια στιγμή μέσα σε αυτή τη σιωπή, καταλαβαίνεις ότι η κρίση δεν έρχεται από έξω. Έχει ήδη αρχίσει μέσα σου.





