Skip to main content

Η θάλασσα τη νύχτα δεν έχει ιδεολογία. Έχει μόνο βάθος, σκοτάδι και κρύο. Όταν ένα ταχύπλοο γεμάτο ανθρώπους συγκρούεται με σκάφος του κράτους, το γεγονός είναι απλό και αμείλικτο. Kάποιοι δεν θα γυρίσουν πίσω. Στο Αιγαίο, κοντά στη Χίο, η σύγκρουση κράτησε ελάχιστα λεπτά. Οι συνέπειες, όμως, θα μείνουν. Τουλάχιστον δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Και αμέσως μετά ξεκίνησε αυτό που πάντα ξεκινά στα σύνορα. Όχι η σιωπή, αλλά οι λέξεις. Οι λέξεις έχουν βάρος στα σύνορα. Δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα, τη ρυθμίζουν. «Αποτροπή», «επιχείρηση», «επικίνδυνοι ελιγμοί», «ατύχημα». Στις επίσημες ανακοινώσεις και στα δελτία ειδήσεων, η τραγωδία μεταφράζεται σε διαδικασία. Η ανθρώπινη απώλεια γίνεται παρενέργεια. Κάπου εκεί, το σύνορο παύει να είναι τόπος ευθύνης και μετατρέπεται σε χώρο εξαίρεσης, σε έναν χώρο όπου η ηθική αναστέλλεται στο όνομα της αναγκαιότητας.

Αυτό το μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Το περιέγραψε ο κινηματογράφος πολύ πριν γίνει πάγια πολιτική πρακτική. Το 1982, η ταινία The Border (Ο άνθρωπος των συνόρων), έστησε έναν κόσμο όπου η επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής παρουσιάζεται ως μόνιμη ηθική δοκιμασία. Έρημος, σύρματα, σιωπή. Ο Τζακ Νίκολσον και οι πράκτορες «κάνουν τη δουλειά τους». Οι μετανάστες κινούνται σαν σκιά. Η βία δεν εμφανίζεται ως επιλογή, αλλά ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα του καθήκοντος. Στο φινάλε, η ταινία προσφέρει μια στιγμιαία λύτρωση όταν ένα παιδί επιστρέφει στη μητέρα του. Το σύστημα, όμως, μένει άθικτο.

Σαράντα χρόνια μετά, το σκηνικό άλλαξε, όχι όμως και η λογική. Στο Αιγαίο δεν υπάρχει έρημος υπάρχει νερό. Κι αν η έρημος επιτρέπει απόσταση, το νερό την καταργεί. Η επαφή είναι άμεση, το ρίσκο ορατό, η ευθύνη αδιαπραγμάτευτη. Κι όμως, η γλώσσα παραμένει ίδια. Όταν λέμε ότι «τα σκάφη συγκρούστηκαν», η φράση σβήνει την ασυμμετρία. Όταν μιλάμε για «επικίνδυνες συνθήκες», μεταθέτουμε το βάρος στους αόρατους. Η πράξη αποσπάται από το αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα, αυτή η αποσύνδεση συνοδεύεται εδώ και χρόνια από τις κατηγορίες για push backs. Δεν είναι εδώ το ζητούμενο να αποδειχθεί τι συνέβη λεπτό προς λεπτό αυτό ανήκει στο ρεπορτάζ και στη Δικαιοσύνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: πώς πρέπει να μιλάμε όταν συμβαίνει το χειρότερο. Πώς ένα κράτος αφηγείται τον εαυτό του σε μια δύσκολη στιγμή. Πώς η ενσυναίσθηση μοιράζεται επιλεκτικά: γενναιόδωρη για όσους «εκτελούν καθήκον», φειδωλή για όσους θεωρούνται «παράτυποι».

Η ταινία του Ρίτσαρντσον το έδειχνε καθαρά. Όταν η ενσυναίσθηση είναι μονομερής, παύει να είναι ηθική στάση και γίνεται εργαλείο διοίκησης. Το ίδιο μοτίβο επανέρχεται σήμερα, όταν —δικαίως— τονίζεται η επικινδυνότητα της δουλειάς του Ελληνικό Λιμενικό, αλλά σπάνια μένει χώρος για μια ισότιμη θλίψη. Σαν να πρέπει να διαλέξεις ποιον θα λυπηθείς για να είσαι ρεαλιστής.

Το σύνορο, όμως, δεν είναι απλώς γραμμή στον χάρτη. Είναι αφήγημα. Και αυτό το αφήγημα έχει έναν άγραφο κανόνα. Ότι συμβαίνει εκεί παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο. Οι λέξεις καθαρίζουν το γεγονός από την ηθική του αιχμή. Έτσι, ο θάνατος γίνεται «τραγικό συμβάν», όχι αποτέλεσμα επιλογών. Η σύγκρουση γίνεται «δυστύχημα», όχι αποτυχία πολιτικής. Και η συζήτηση μετατοπίζεται γρήγορα από το «τι κάναμε» στο «τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλιώς».

Αυτό το «αλλιώς» είναι το πιο βολικό καταφύγιο. Το συναντάμε και στον κινηματογράφο. Η ταινία Η Μάχη του Αλγερίου γυρίστηκε για να δείξει ότι η καταστολή γεννά κύκλους βίας, όχι λύσεις. Κι όμως, αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως εγχειρίδιο αστικής ασφάλειας. Η αισθητική αλήθεια διατηρήθηκε αλλά το πολιτικό συμπέρασμα αφαιρέθηκε. Το ίδιο συμβαίνει όταν μια τραγωδία στη θάλασσα διαβάζεται αποκλειστικά μέσα από τον φακό της «αποτροπής». Η εικόνα μένει. Το αίτημα χάνεται.

Υπάρχει κάτι βαθιά ευρωπαϊκό —και βαθιά ελληνικό— σε αυτή τη διαχείριση. Μια πεποίθηση ότι τα σύνορα είναι χώρος όπου επιτρέπεται να ανασταλεί η κανονική ηθική, επειδή «εκεί τα πράγματα είναι πιο σύνθετα». Όμως το νερό δεν αναγνωρίζει εξαιρέσεις. Δεν καταλαβαίνει από πολιτικές ισορροπίες. Και κάθε φορά που ένα κράτος μιλά για «ατύχημα» χωρίς να ανοίγει τον πυρήνα των επιλογών του, μετατρέπει τη μνήμη σε θόρυβο. Οι άνθρωποι δεν ξυπνούν για να κάνουν το κακό, ξυπνούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Κι όταν η δουλειά οργανώνεται γύρω από την αποτροπή με κάθε κόστος, το κόστος αργά ή γρήγορα πληρώνεται από όσους δεν έχουν φωνή. Στο σινεμά, αυτό καταλήγει σε μια σκηνή. Στη θάλασσα, σε αριθμούς.

Η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και χρόνια σε αυτή τη διασταύρωση. Ανάμεσα στη ρητορική της φύλαξης και στην πραγματικότητα της απώλειας. Ανάμεσα στην ανάγκη ασφάλειας και στην υποχρέωση προστασίας της ζωής. Κάθε τραγωδία στα σύνορα μάς καλεί να απαντήσουμε όχι μόνο στο «πώς», αλλά στο «ποιοι είμαστε όταν μιλάμε γι’ αυτό». Αν το σύνορο είναι άλλοθι ή καθρέφτης.

Στο τέλος της ταινίας The Border, η λύτρωση είναι προσωπική και στιγμιαία. Στον πραγματικό κόσμο, τέτοιο φινάλε δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η επιμονή στη γλώσσα. Αν θα συνεχίσουμε να μιλάμε για «περιστατικά» ή αν θα επιμείνουμε να τα ονομάζουμε με το βάρος τους. Γιατί το σύνορο δεν σκοτώνει από μόνο του. Σκοτώνει όταν του επιτρέπουμε να γίνει χώρος όπου η ευθύνη διαλύεται.

Ίσως αυτό να είναι το πιο άβολο συμπέρασμα. Οι τραγωδίες στα σύνορα δεν μας σοκάρουν πια όσο μας βολεύουν. Τις καταναλώνουμε σαν δύσκολες ειδήσεις και προχωράμε. Ο κινηματογράφος μάς είχε προειδοποιήσει. Η θάλασσα απλώς το επαναλαμβάνει.

stegi radio