Δεν ξεκίνησε ως είδηση αλλά ως υπόνοια. Μια ιδέα που πέρασε από οθόνη σε οθόνη, από βίντεο σε post, μέχρι που άρχισε να αποκτά μορφή. Κάποιοι επιστήμονες που είχαν συνεργαστεί με εργαστήρια σε προγράμματα με πρόσβαση σε ευαίσθητη γνώση είχαν υποτίθεται πεθάνει ή εξαφανιστεί κάτω από περίεργες συνθήκες. Ο αριθμός άλλαζε, τα ονόματα προστίθενταν, αλλά η αίσθηση παρέμενε ίδια: κάτι συνδέει αυτές τις ιστορίες. Αυτό ήταν αρκετό για να πάρει η ιστορία διαστάσεις στο διαδίκτυο.
Μέσα σε λίγες ημέρες βρέθηκε να συζητείται σε πάνελ, να αναπαράγεται από μέσα ενημέρωσης και τελικά να φτάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο. Όταν τέθηκε ως ερώτημα προς τον Ντόναλντ Τράμπ η ίδια η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερο βάρος όχι επειδή αποδείχθηκε, αλλά επειδή αναγνωρίστηκε ως κάτι που αξίζει να ερευνηθεί. Από εκεί και πέρα η κλιμάκωση ήταν αναμενόμενη. Πολιτικοί όπως ο Τζέιμς Κόμερ και ο Τιμ Μπέρτσετ μίλησαν για πιθανές απειλές στην εθνική ασφάλεια ζητώντας απαντήσεις. Η ιστορία έπαψε να είναι περιθωριακή και έγινε viral.
Αν όμως αφήσεις για λίγο το αφήγημα και κοιτάξεις τα γεγονότα η εικόνα γίνεται λιγότερο εντυπωσιακή και πιο σύνθετη. Ο Νούνο Λουρέιρο καθηγητής πυρηνικής επιστήμης και μηχανικής στο ΜΙΤ για παράδειγμα, σκοτώθηκε σε περιστατικό που συνδέεται με ένοπλη επίθεση ένα έγκλημα με συγκεκριμένο δράστη και πλαίσιο. Η Μόνικα Ρέζα μηχανικός αεροδιαστήματος εξαφανίστηκε σε πεζοπορία, σε μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή αλλά δεν συνοδεύεται από ενδείξεις συνωμοσίας. Δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες που όμως τοποθετήθηκαν στο ίδιο αφήγημα. Αυτό που τις ενώνει δεν είναι τα δεδομένα. Είναι το πλαίσιο.
Σε έναν πληθυσμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που εργάζονται σε τομείς όπως η NASA ή η άμυνα, είναι αναπόφευκτο να υπάρξουν θάνατοι, εγκλήματα, εξαφανίσεις. Όταν όμως αυτά τα περιστατικά παρουσιαστούν μαζί, αποκτούν ένα άλλο νόημα όχι επειδή αλλάζει η πραγματικότητα αλλά επειδή αλλάζει η αφήγηση. Η αφήγηση αυτή δεν δημιουργείται τυχαία. Ξεκινά από πλατφόρμες που ειδικεύονται στο να ενώνουν διάσπαρτες πληροφορίες, περνά σε μεγαλύτερα κοινά μέσω ανθρώπων που καταλαβαίνουν τη δυναμική μιας ιστορίας και στη συνέχεια παίρνει μορφή από τα media. Λίστες, συσχετισμοί, τίτλοι που υπονοούν περισσότερα απ’ όσα αποδεικνύουν. Κάθε νέο όνομα ενισχύει την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι άλλο από πίσω.
Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία διακινείται πιο γρήγορα από την επιβεβαίωση η επανάληψη λειτουργεί σαν τεκμήριο. Όσο περισσότερο ακούγεται μια ιστορία τόσο πιο αληθινή μοιάζει. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί αρκεί να διαδοθεί. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την υπόθεση δεν είναι αν υπάρχει μια κρυφή σύνδεση ανάμεσα στους επιστήμονες που αναφέρονται. Είναι πόσο εύκολα δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι μια θεωρία συνωμοσίας έγινε δημοφιλής. Αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Το νέο στοιχείο είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί πλέον να μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα. Και πόσο γρήγορα αυτή η εντύπωση μπορεί να φτάσει μέχρι το υψηλότερο επίπεδο πολιτικής εξουσίας.
Μέσα σε όλο αυτό υπάρχουν και οι άνθρωποι πίσω από τα ονόματα. Οικογένειες που βλέπουν προσωπικές ιστορίες να εντάσσονται σε ένα αφήγημα που δεν αναγνωρίζουν. Φωνές που προσπαθούν να εξηγήσουν ότι δεν υπάρχει πάντα μια μεγάλη εξήγηση πίσω από κάθε γεγονός. Αλλά αυτή η απλότητα δεν είναι ελκυστική. Δεν εξηγεί τον κόσμο με τρόπο θεαματικό, δεν προσφέρει μυστήριο, δεν αφήνει χώρο για ερμηνείες που ξεπερνούν την πραγματικότητα. Και γι’ αυτό συχνά χάνεται.
Το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι τι συνέβη σε αυτούς τους ανθρώπους. Είναι πόσο εύκολα είμαστε διατεθειμένοι να δημιουργήσουμε μία ιστορία γι αυτούς, και πόσο γρήγορα αν την επαναλάβουμε αρκετές φορές μπορεί να γίνει αληθινή.





