Σήμερα και αύριο τα ταξί απεργούν. Η πόλη το μαθαίνει με μια σκέψη που δεν λέγεται δυνατά αλλά περνά από το μυαλό πολλών. «Κι αν υπήρχε κάτι άλλο;» Όχι καλύτερο. Όχι πιο δίκαιο. Απλώς κάτι που να σε πάει από το Α στο Β χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς υπονοούμενα, χωρίς το μικρό τεστ ισχύος που ξεκινά με το που κλείνει η πόρτα. Η απεργία είναι δικαίωμα. Αλλά στην Αθήνα λειτουργεί συχνά ως υπενθύμιση ενός προβλήματος που δεν λύθηκε ποτέ. Ότι το ταξί, αντί να λειτουργεί ως απλή υπηρεσία μετακίνησης, μετατράπηκε συχνά σε μια μικρή σκηνή διαπραγμάτευσης, όπου ο επιβάτης έπρεπε να παίξει ρόλο για να φτάσει χωρίς ένταση, χωρίς υπερχρέωση και χωρίς σύγκρουση. Κι ότι πολλοί οδηγοί, όχι όλοι, έμαθαν να εκμεταλλεύονται την ασάφεια. Να οδηγούν άναρχα, να μη σέβονται, να «ξεχνούν» το ταξίμετρο, να μετατρέπουν την πόλη σε ιδιωτικό τους πεδίο.
Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα της παρακάτω ιστορίας…
Την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησαν τα αυτόνομα ταξί στην Αθήνα, κανείς δεν ενθουσιάστηκε. Δεν υπήρξαν ουρές. Δεν έπεσαν stories. Δεν ακούστηκε χειροκρότημα. Το όχημα σταμάτησε μόνο του στη γωνία, άνοιξε την πόρτα και είπε απλώς: «Επιβεβαίωση διαδρομής».
Δεν ρώτησε πού πάω. Το ήξερε.
Στην αρχή, όλοι πρόσεξαν τα προφανή. Δεν μύριζε τσιγάρο. Δεν έπαιζε ραδιόφωνο. Δεν υπήρχε άνθρωπος να σου πει «θα αργήσουμε, έχει κίνηση». Το ταξί δεν σχολίαζε. Δεν παραπονιόταν. Δεν έκανε κύκλους. Το ταξίμετρο έτρεχε αθόρυβα, σαν κάτι που είχε συμφωνηθεί πριν από καιρό.
Οι παλιοί ταξιτζήδες στάθηκαν απέναντι, στις πιάτσες. Σαν να κοιτούσαν ένα πείραμα που δεν τους αφορούσε ακόμη.
— Δεν θα πιάσει, έλεγαν. Η Αθήνα δεν είναι για αυτά.
Η Αθήνα, όμως, δεν αντέδρασε. Προσαρμόστηκε.
Τη δεύτερη εβδομάδα, τα αυτόνομα ταξί άρχισαν να διστάζουν. Σταματούσαν απότομα σε διαβάσεις που κανείς δεν χρησιμοποιούσε. Περίμεναν πεζούς που δεν είχαν πρόθεση να περάσουν. Κόλλαγαν πίσω από διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, περιμένοντας κάτι που δεν θα ερχόταν ποτέ. Η λογική.
Οι άνθρωποι άρχισαν να τα εκμεταλλεύονται. Έμπαιναν μπροστά τους χωρίς να κοιτάξουν. Στέκονταν επίτηδες στη μέση του δρόμου. Τα δοκίμαζαν. Το σύστημα κατέγραφε. Δεν θύμωνε. Δεν κόρναρε. Μάθαινε. Όχι μόνο τη διαδρομή. Τη συμπεριφορά. Ποιος παραβιάζει. Ποιος επιμένει. Ποιος σέβεται. Ποιος θεωρεί τον δρόμο ιδιοκτησία του. Στον πρώτο μήνα, τα αυτόνομα ταξί έμαθαν κάτι που κανένα dataset δεν είχε προβλέψει. Στην Αθήνα, η παραβίαση δεν είναι εξαίρεση είναι ρυθμιστικός μηχανισμός.
Στον δεύτερο μήνα, άρχισαν οι αλλαγές. Τα ταξί δεν σταματούσαν πια παντού. Δεν «έβλεπαν» όλους τους πεζούς το ίδιο. Έδιναν προτεραιότητα σε εκείνους που περνούσαν αποφασιστικά. Αγνοούσαν εκείνους που δίσταζαν. Οι άνθρωποι δεν το κατάλαβαν αμέσως. Το ένιωσαν. Κάποιοι έφταναν πάντα πιο γρήγορα. Κάποιοι περίμεναν λίγο περισσότερο. Κάποιοι δεν έβρισκαν ποτέ όχημα σε ώρες αιχμής. Το ταξίμετρο ήταν πια αδιάβλητο. Αλλά η διαδρομή όχι.
Στον τρίτο μήνα, οι παλιοί ταξιτζήδες άρχισαν να επιστρέφουν. Όχι όλοι. Όσοι ήξεραν την πόλη. Αυτοί που δεν έκλεβαν, που ήξεραν την πόλη χωρίς να την καταπατούν. Αυτοί δεν φοβήθηκαν ποτέ τα αυτόνομα ταξί. Φοβήθηκαν όσοι είχαν μάθει ότι η ασάφεια δουλεύει υπέρ τους. Γιατί το αυτόνομο ταξί δεν ήρθε για να πάρει τη δουλειά όλων. Ήρθε για να αφαιρέσει το πλεονέκτημα της κακής συμπεριφοράς.
Στο τέλος του χρόνου, η πόλη είχε αλλάξει ανεπαίσθητα. Οι δρόμοι ήταν πιο «καθαροί». Οι κινήσεις πιο προβλέψιμες. Οι άνθρωποι λιγότερο ανεκτικοί στην απόκλιση. Ό,τι δεν χωρούσε στον αλγόριθμο, άρχισε να μοιάζει περιττό.
Κάποιος έγραψε σε έναν τοίχο στα Εξάρχεια:
«Το κόμιστρο ήταν το δόλωμα. Η διαδρομή ήταν το ζητούμενο.»
Το σύστημα το κατέγραψε. Δεν σταμάτησε.
Τέλος της ιστορίας
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε αυτόνομα ταξί. Είναι αν είμαστε έτοιμοι να παραδεχτούμε γιατί τα σκεφτόμαστε. Αν θα κοιτάξουμε πρώτα το πρόβλημα στον καθρέφτη. Αν θα διορθώσουμε την κακή συμπεριφορά πριν την αντικαταστήσουμε με κώδικα. Αν θα υπερασπιστούμε τους καλούς οδηγούς, αυτούς που δεν έκλεβαν ποτέ, αντί να τους παραδώσουμε μαζί με τους υπόλοιπους.
Η απεργία θα τελειώσει. Η πόλη θα συνεχίσει. Το ερώτημα θα μείνει. Και θα επιστρέφει κάθε φορά που κάποιος θα κατεβαίνει από ένα ταξί σκεπτόμενος ότι, για πρώτη φορά, μια μηχανή ίσως να ήταν πιο τίμια.
Μέχρι τότε, ας μη ζητάμε αυτόνομα ταξί. Ας ζητήσουμε πρώτα ανθρώπινα. Και ας θυμόμαστε: οι πόλεις δεν αυτοματοποιούνται. Παραδίδονται.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.





