Η ιδέα ότι ορισμένα λιπαρά τρόφιμα μπορεί να ωφελούν τον εγκέφαλο μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με αιρετική ανατροπή της σύγχρονης διατροφικής επιστήμης. Κι όμως, μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη άνοιξε ξανά τη συζήτηση γύρω από τον ρόλο των γαλακτοκομικών υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και τον κίνδυνο άνοιας όχι με βεβαιότητες, αλλά με ερωτήματα που αξίζουν προσοχής. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο στο επιστημονικό περιοδικό Neurology, βασίστηκε σε δεδομένα σχεδόν 28.000 ατόμων στη Σουηδία και παρακολούθησε τις διατροφικές τους συνήθειες και την υγεία τους για περίπου 25 χρόνια. Οι συμμετέχοντες, με μέση ηλικία τα 58 έτη κατά την έναρξη της μελέτης, κατέγραψαν την κατανάλωση τροφίμων και απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με τις διατροφικές τους επιλογές τα προηγούμενα χρόνια. Στο διάστημα της παρακολούθησης, περίπου 3.200 άτομα διαγνώστηκαν με κάποια μορφή άνοιας.
Μετά από στατιστική προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και η συνολική ποιότητα της διατροφής, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όσοι κατανάλωναν συχνότερα τυριά υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά εμφάνιζαν περίπου 13% χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας σε σύγκριση με όσους τα κατανάλωναν σπανιότερα. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τυριά με πάνω από 20% λιπαρά, όπως το τσένταρ, το παρμεζάνα και το ροκφόρ. Η επικεφαλής της μελέτης, η επιδημιολόγος Emily Sonestedt από το Πανεπιστήμιο του Λουντ, σημείωσε ότι τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με παλαιότερες αντιλήψεις που αντιμετώπιζαν το τυρί ως τρόφιμο που θα έπρεπε να περιορίζεται για λόγους υγείας. Ωστόσο, η ίδια υπογράμμισε ότι πρόκειται για παρατηρητική μελέτη, και όχι για πειραματική έρευνα που μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου-αποτελέσματος.

Αυτή ακριβώς τη διάκριση σπεύδουν να τονίσουν και άλλοι επιστήμονες. Ο Naveed Sattar, καθηγητής καρδιομεταβολικής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, επισήμανε ότι τα δεδομένα δεν αποδεικνύουν πως το τυρί μειώνει τον κίνδυνο άνοιας. Αντιθέτως, μπορεί να παρεμβαίνουν άλλοι παράγοντες. Οι συμμετέχοντες με υψηλότερη κατανάλωση τυριού είχαν, κατά μέσο όρο, και υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, στοιχείο που από μόνο του σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «υπολειπόμενη σύγχυση», καθιστά τα συμπεράσματα πιο εύθραυστα. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η Tara Spires-Jones, διευθύντρια του Κέντρου Επιστημών Ανακάλυψης του Εγκεφάλου στο University of Edinburgh, η οποία υπενθύμισε ότι οι συμμετέχοντες δήλωσαν τη διατροφή τους μόνο στην αρχή της μελέτης. Σε ένα διάστημα 25 ετών, οι διατροφικές συνήθειες αλλάζουν σημαντικά, γεγονός που περιορίζει την ακρίβεια των συσχετίσεων. Όπως τονίζει, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που να δείχνουν ότι κάποιο μεμονωμένο τρόφιμο μπορεί να «προστατεύσει» από την άνοια.
Η υγεία του εγκεφάλου εξαρτάται κυρίως από ένα σύνολο παραγόντων, όπως καρδιαγγειακή υγεία, σωματική άσκηση, έλεγχο βάρους, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα.
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι η άνοια εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν με άνοια θα σχεδόν τριπλασιαστεί έως το 2050. Η ηλικία και η γενετική παραμένουν οι ισχυρότεροι παράγοντες κινδύνου, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια πρόληψης. Ωστόσο, μια έκθεση της Lancet Commission on Dementia το 2024 υποστήριξε ότι έως και το 45% των περιπτώσεων άνοιας θα μπορούσαν θεωρητικά να προληφθούν ή να καθυστερήσουν, εάν ελέγχονταν 14 τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου, μεταξύ αυτών ο διαβήτης, η υπέρταση και η αυξημένη χοληστερόλη.
Και εδώ προκύπτει μια κρίσιμη αντίφαση. Η αυξημένη LDL χοληστερόλη («κακή» χοληστερόλη) συνδέεται με περίπου 7% των περιπτώσεων άνοιας, ενώ τα λιπαρά τυριά συγκαταλέγονται στα τρόφιμα που αυξάνουν τα επίπεδά της. Η περίσσεια χοληστερόλης στον εγκέφαλο έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερο κίνδυνο αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και με τη συσσώρευση β-αμυλοειδούς και πρωτεΐνης tau, βασικών βιολογικών χαρακτηριστικών της νόσου Αλτσχάιμερ. Μετα-αναλύσεις, όπως εκείνη του Πανεπιστημίου του Πεκίνου που εξέτασε εννέα μελέτες με περισσότερους από 23.000 συμμετέχοντες, έχουν καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα: υψηλή κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης. Παρ’ όλα αυτά, η ετερογένεια των μεθόδων και των πληθυσμών καθιστά αναγκαία μια προσεκτική ανάγνωση των αποτελεσμάτων.
Το συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν σχεδόν όλοι οι ειδικοί είναι λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά πιο ασφαλές. Η υγεία του εγκεφάλου εξαρτάται κυρίως από ένα σύνολο παραγόντων, όπως καρδιαγγειακή υγεία, σωματική άσκηση, έλεγχο βάρους, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα. Η διατροφή παίζει ρόλο, αλλά όχι με τη μορφή «μαγικών» τροφών ή απαγορευμένων εχθρών.
Και ίσως το πιο κρίσιμο σημείο. Οι επιστήμονες προειδοποιούν να μην υιοθετούμε την ιδέα ότι η άνοια θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί απλώς με διαφορετικές διατροφικές επιλογές. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει καμία ισχυρή, αιτιώδης απόδειξη ότι η άνοια προλαμβάνεται μέσω της διατροφής, πόσο μάλλον μέσω της κατανάλωσης ή της αποφυγής ενός συγκεκριμένου τροφίμου, ακόμη κι αν αυτό λέγεται τυρί.





