Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του The Ballad of Sexual Dependency, το βιβλίο της Nan Goldin επιστρέφει όχι ως νοσταλγία, αλλά ως κάτι ανησυχητικά επίκαιρο. Γιατί οι εικόνες του δεν ανήκουν στο παρελθόν, ανήκουν σε κάθε εποχή που προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει να αγαπάς χωρίς άμυνα.
Και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, αυτό το βλέμμα μοιάζει σχεδόν απειλητικό.
Το 1986, όταν η Nan Goldin εξέδιδε για πρώτη φορά το The Ballad of Sexual Dependency, δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι αυτό το ωμό, προσωπικό αρχείο ζωής θα γινόταν ένα από τα πιο καθοριστικά έργα της σύγχρονης φωτογραφίας. Όχι γιατί άλλαξε την αισθητική της εικόνας, αλλά γιατί άλλαξε τη σχέση μας με αυτήν. Σαράντα χρόνια μετά, το Ballad δεν μοιάζει με ντοκουμέντο. Μοιάζει με κάτι ζωντανό σχεδόν άβολο, σαν να τραβήχτηκε χθες.

Η Goldin δεν επιχείρησε ποτέ να εξηγήσει τον κόσμο. Προτίμησε να τον πλησιάσει. Να σταθεί τόσο κοντά στους ανθρώπους της, ώστε η απόσταση ανάμεσα σε παρατήρηση και συμμετοχή να εξαφανιστεί. Και μέσα σε αυτή την επικίνδυνη εγγύτητα γεννήθηκε ένα έργο που δεν λειτουργεί ως αφήγηση, αλλά ως εμπειρία. Το Ballad δεν είναι απλώς ένα βιβλίο. Είναι μια αλυσίδα στιγμών που δεν ζητούν άδεια για να υπάρξουν: σώματα που ακουμπούν, βλέμματα που αποφεύγονται, δωμάτια γεμάτα καπνό, σχέσεις που κινούνται διαρκώς ανάμεσα στην επιθυμία και τη φθορά.

Αγάπες που μοιάζουν με εξάρτηση και εξαρτήσεις που μεταμφιέζονται σε αγάπη. Είναι η ζωή όπως συμβαίνει όταν κανείς δεν κοιτάει και ακριβώς γι’ αυτό, όταν την κοιτάς, δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα. Η ίδια δεν στάθηκε ποτέ απέναντι από τους ανθρώπους που φωτογράφιζε. Ήταν δίπλα τους. Ήταν μέσα στις ίδιες ιστορίες. Οι φίλοι της, οι εραστές της, οι κοινότητες που την περιέβαλλαν δεν ήταν «θέματα». Ήταν σχέσεις. Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί όταν φωτογραφίζεις κάποιον που αγαπάς, δεν τον εκθέτεις. Τον κρατάς.


Ίσως εκεί βρίσκεται και η ρίζα αυτής της εμμονής. Πολύ πριν τη Νέα Υόρκη, πριν τα clubs και τις νύχτες που έγιναν εικόνες, υπήρχε μια απώλεια που δεν μπορούσε να εξηγηθεί. Η αυτοκτονία της αδερφής της σε μια εποχή που δεν άφηνε χώρο για θυμό ή επιθυμία, σημάδεψε για πάντα τη σχέση της Goldin με τη μνήμη. Η φυγή της από το σπίτι σε νεαρή ηλικία δεν ήταν απλώς μια απόδραση, ήταν μια αναζήτηση χώρου για να υπάρξει χωρίς να διαψευστεί.

Η φωτογραφία έγινε τότε κάτι περισσότερο από τέχνη. Έγινε τρόπος επιβίωσης. Ένας τρόπος να κρατήσει τους ανθρώπους κοντά της, να μην χαθούν μέσα στον χρόνο, να μην διαγραφούν όπως διαγράφονται τόσες ζωές που δεν χωρούν σε κανονικότητες. Κάθε εικόνα της είναι μια μικρή αντίσταση στη λήθη. Το Ballad γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη συνεχή ροή ζωής. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, σε μια Νέα Υόρκη ωμή και ανήσυχη, η Goldin άρχισε να προβάλλει τις φωτογραφίες της ως slideshows σε clubs και υπόγειους χώρους. Οι εικόνες άλλαζαν σειρά, η μουσική διαμόρφωνε το συναίσθημα, το έργο δεν σταθεροποιούνταν ποτέ. Ήταν κάτι ζωντανό, εύθραυστο, όπως και οι ζωές που αποτύπωνε.

Κάποιες από αυτές τις εικόνες σε σταματούν ακόμα. Το Nan and Brian in Bed (1983) δεν είναι απλώς ένα ζευγάρι σε μια στιγμή οικειότητας είναι μια ένταση που δεν εξηγείται. Και το Nan One Month After Being Battered (1984) είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο: ένα πρόσωπο σημαδεμένο από βία, που κοιτάζει ευθεία τον φακό χωρίς να ζητά λύπηση. Εκεί η Goldin δεν καταγράφει απλώς την πραγματικότητα. Την εκθέτει. Και μαζί της, εκθέτει και εμάς.

Σε έναν κόσμο που έχει μάθει να φιλτράρει, να εξωραΐζει ή να αποστρέφεται, η Goldin επέλεξε να δείξει. Όχι με ασφάλεια, αλλά με έκθεση. Και αυτή η έκθεση είναι που κάνει τις εικόνες της να παραμένουν δύσκολες. Δεν σου επιτρέπουν να σταθείς σε απόσταση. Σε τραβούν μέσα. Για αυτό και κάθε προσπάθεια αντιγραφής του ύφους της μοιάζει επιφανειακή. Το φλας, τα χρώματα, η νυχτερινή υφή μπορούν να αναπαραχθούν. Αυτό που δεν μπορεί να αναπαραχθεί είναι η εγγύτητα. Η διάθεση να ζήσεις μέσα στις σχέσεις σου χωρίς να κρατάς απόσταση ασφαλείας. Να ρισκάρεις να πληγωθείς. Να μείνεις.

Η Goldin δεν ξεχώρισε ποτέ την τέχνη από τη ζωή της. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί το έργο της παραμένει πολιτικό χωρίς να γίνεται διδακτικό. Από την κρίση του AIDS μέχρι τους σύγχρονους αγώνες, η παρουσία της δεν ήταν συμβολική. Ήταν βιωμένη. Όπως και οι εικόνες της. Όταν το The Ballad of Sexual Dependency εκδόθηκε το 1986, ένας κόσμος ήδη άρχιζε να χάνεται. Η κρίση του AIDS είχε αρχίσει να διαλύει την κοινότητα που απεικόνιζε. Οι άνθρωποι που βλέπουμε στις φωτογραφίες δεν ήταν απλώς πρόσωπα μιας εποχής, ήταν ζωές που σύντομα θα γίνονταν μνήμη. Και το βιβλίο, χωρίς να το επιδιώκει, μετατράπηκε σε κάτι άλλο, σε ένα αρχείο απώλειας.

© Nan Goldin.
Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, αυτό το αρχείο δεν λειτουργεί ως μνημείο. Δεν είναι κάτι που κοιτάς από απόσταση με σεβασμό. Είναι κάτι που σε φέρνει πιο κοντά, ίσως πιο κοντά απ’ όσο θα ήθελες. Σε μια εποχή όπου οι εικόνες περνούν γρήγορα και ξεχνιούνται ακόμη πιο γρήγορα, το έργο της Goldin επιμένει. Σε αναγκάζει να σταματήσεις. Να κοιτάξεις. Να μείνεις. Γιατί στο τέλος, αυτό που σου ζητά δεν είναι να καταλάβεις. Είναι να αποδεχτείς ότι κάθε εικόνα είναι μια μορφή μνήμης. Και κάθε μνήμη είναι μια μορφή αγάπης. Tελικά, το να βλέπεις πραγματικά κάποιον σημαίνει να μην τον αφήνεις να χαθεί.





