Σχεδόν όλοι οι πρώην πολιτικοί γράφουν. Άλλοι για να εξηγήσουν. Άλλοι για να απολογηθούν. Άλλοι για να ξανασυστηθούν σε ένα κοινό που θυμάται πολύ καλύτερα απ’ όσο θα ήθελαν. Το βιβλίο γίνεται το τελευταίο αξίωμα, μια σιωπηλή επιστροφή στο δημόσιο χώρο, χωρίς εκλογές, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς αντίλογο. Ο Αλέξης Τσίπρας γράφει για να ορίσει την «πραγματική» ιστορία της διακυβέρνησής του. Ο Νικολά Σαρκοζί γράφει για να αποδείξει ότι δεν ήταν ποτέ απλώς ένας καταδικασμένος πολιτικός. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, διεκδικούν κάτι κοινό: τον έλεγχο της αφήγησης. Δεν είναι απομνημονεύματα. Είναι πράξεις πολιτικής αυτοάμυνας. Δεν είναι λογοτεχνία. Είναι μετα-εξουσία σε έντυπη μορφή. Το βιβλίο, γι’ αυτούς, δεν είναι μνήμη. Είναι καταφύγιο. Το χαρακτήρισαν «το πιο πολυαναμενόμενο βιβλίο του τέλους της χρονιάς»: το χρονικό της φυλακής ενός πρώην Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Νικολά Σαρκοζί, καταδικασμένος για σκάνδαλο χρηματοδότησης προεκλογικής καμπάνιας, αποφάσισε να καταγράψει τις είκοσι ημέρες εγκλεισμού του στη φυλακή La Santé στο Le Journal d’un Prisonnier (To Ημερολόγιο ενός Φυλακισμένου). Ένα βιβλίο γραμμένο, όπως επιμένει ο ίδιος, με το χέρι, σε πολύωρα ξεσπάσματα γραφής, πάνω σε ένα ασταθές γραφείο, σε ένα κελί δώδεκα τετραγωνικών μέτρων — σχεδόν μια μοναστική εμπειρία, αν εξαιρέσει κανείς την τηλεόραση, τον διάδρομο, το διάδρομο γυμναστικής και τους σωματοφύλακες απ’ έξω.

Ο Σαρκοζί μπήκε στη φυλακή καταδικασμένος για σκάνδαλο χρηματοδότησης. Βγήκε συγγραφέας. Και κάπου ανάμεσα, μεταμορφώθηκε, τουλάχιστον στα χαρτιά, σε κάτι μεταξύ Άλφρεντ Ντρέιφους, Εντμόν Νταντές και Ιησού Χριστού σε σύντομη παραμονή. Η αφήγηση ξεκινά με το κελί: δώδεκα τετραγωνικά, άβολο γραφείο, καρέκλα που πονά την πλάτη, στρώμα σκληρό, καθρέφτης χαμηλός, τόσο χαμηλός που τον αναγκάζει να σκύβει. Ένα σύμβολο, ίσως, αλλά όχι αυτό που νομίζει. Γιατί ο Σαρκοζί δεν σκύβει για να δει τον εαυτό του. Σκύβει μόνο για να διορθώσει το είδωλό του. Δεν τρώει το φαγητό της φυλακής. Δεν μαγειρεύει. Δεν μοιράζεται. Ζει με γιαούρτια, μπάρες, γλυκά, μεταλλικό νερό. Έχει τηλεόραση. Έχει διάδρομο. Έχει απομόνωση «για λόγους ασφαλείας». Έχει σωματοφύλακες στον διάδρομο. Αν δεν υπήρχαν τα κάγκελα, γράφει, θα νόμιζε ότι βρίσκεται σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Η φράση δεν είναι ειρωνική. Είναι αποκαλυπτική.

Ο Σαρκοζί θέλει να πιστέψουμε ότι βρέθηκε ανάμεσα σε «δολοφόνους, απατεώνες και κάθε λογής εγκληματίες». Δεν αναρωτιέται ποτέ σοβαρά γιατί. Αντιθέτως, επιμένει στην πλήρη αθωότητά του. Οι εχθροί είναι παντού και πουθενά: δικαστές, δημοσιογράφοι, κάποιοι που τον μισούν «αφηρημένα». Η ευθύνη δεν εμφανίζεται ποτέ στο κελί. Δεν περνά έλεγχο ασφαλείας. Η φυλακή, στο βιβλίο, δεν είναι κοινωνικός χώρος. Είναι καθρέφτης. Και μέσα του δεν αντανακλάται ούτε η Γαλλία, ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε οι άνθρωποι που επηρεάστηκαν από τις πολιτικές του. Αντανακλάται μόνο η αδικημένη μεγαλοπρέπεια ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται να δεχτεί ότι η εξουσία δεν τον προστατεύει πια. Η θρησκευτική «αφύπνιση» έρχεται γρήγορα. Γονατίζει. Προσεύχεται. Κοινωνεί. Ανακαλύπτει σημάδια Θείας Πρόνοιας στο πρόγραμμα της τηλεόρασης και σε έναν αγώνα της PSG που παίζει την πρώτη του νύχτα στη φυλακή.

Αλλά η πραγματική μεταστροφή δεν είναι πνευματική. Είναι πολιτική. Κάπου στη μέση του βιβλίου, σχεδόν αδιάφορα, ο Σαρκοζί ανακοινώνει ότι δεν θα στηρίξει πια το «ρεπουμπλικανικό μέτωπο» απέναντι στην ακροδεξιά. Η Μαρίν Λεπέν στάθηκε ευγενική μαζί του. Είπε καλά λόγια για την Κάρλα Μπρούνι. Θαυμάσε την «κομψότητα» με την οποία αντιμετώπισε έναν δημοσιογράφο. Και αυτό αρκεί για να ξηλωθεί ένα από τα τελευταία αναχώματα της μεταπολεμικής γαλλικής πολιτικής. Είκοσι μέρες φυλακή και η ακροδεξιά γίνεται αποδεκτή. Όχι ως ιδεολογία. Ως ανταπόδοση. Το Le Journal d’un Prisonnier είναι best-seller. Και αυτό ίσως είναι το πιο σκοτεινό του στοιχείο. Όχι η γραφή, που συχνά θυμίζει σχολική εργασία φουσκωμένη για να πιάσει λέξεις. Αλλά η επιθυμία ενός κοινού να πιστέψει ότι ο ισχυρός που έπεσε είναι πάντα πιο αθώος από εκείνους που δεν ανέβηκαν ποτέ.

Ο Σαρκοζί δεν βγήκε από τη φυλακή αλλαγμένος. Βγήκε ανασυνταγμένος. Με νέο αφήγημα. Με νέους συμμάχους. Με μια θυματοποιημένη εικόνα που χωρά άνετα σε υπογραφές βιβλίων και προεκλογικές σιωπές. Είκοσι μέρες πίσω από τα κάγκελα. Και μια χώρα που ετοιμάζεται να κοιτάξει αλλού. Η φυλακή, τελικά, δεν τον δίδαξε τι σημαίνει στέρηση. Του θύμισε μόνο πόσο εύκολο είναι να ξαναγράψεις την ιστορία, όταν έχεις ακόμα φωνή. Ο Νικολά Σαρκοζί έγραψε από το κελί. Ο Αλέξης Τσίπρας έγραψε από την απόσταση. Διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά βάρη, διαφορετικές ευθύνες. Αλλά το ίδιο ένστικτο.
Όταν τελειώνει η πολιτική πράξη, αρχίζει το βιβλίο. Όχι ως απολογία, αλλά ως επανέλεγχος της αφήγησης. Όχι για να απαντήσει σε ερωτήσεις, αλλά για να τις προλάβει. Το χαρτί δεν διακόπτει, δεν αποδομεί, δεν ψηφίζει. Το χαρτί ακούει. Ο Σαρκοζί γράφει για να μετατρέψει την ποινή σε μαρτύριο. Ο Τσίπρας γράφει για να μετατρέψει την ήττα σε παρεξήγηση. Και οι δύο γράφουν για να μείνουν μέσα στο κάδρο, τη στιγμή που η πολιτική τούς έχει ήδη βγάλει έξω. Δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Είναι θέμα εξουσίας. Το βιβλίο είναι το τελευταίο της ρούχο, πιο ήσυχο, πιο αξιοπρεπές, λιγότερο επικίνδυνο στην όψη. Ένας τρόπος να ξαναμιλήσεις χωρίς να σε διακόπτουν. Να ξαναϋπάρξεις χωρίς να σε κρίνουν σε πραγματικό χρόνο.
Και ίσως αυτό να είναι το κοινό τους σημείο: όχι η ιστορία που γράφουν, αλλά ο φόβος ότι κάποιος άλλος θα τη γράψει καλύτερα. Στο τέλος, τα βιβλία αυτά δεν ζητούν δικαίωση. Ζητούν παρουσία. Να μη σβήσουν. Να μη γίνουν υποσημείωση. Γιατί στην πολιτική, η μεγαλύτερη τιμωρία δεν είναι η φυλακή. Είναι η σιωπή.





