Πενήντα χρόνια μετά, το Novecento (1900) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι δεν επιστρέφει απλώς στη μνήμη. Επιστρέφει σαν κάτι που δεν έκλεισε ποτέ. Σαν ένα έργο που συνεχίζει να παράγει νόημα, κάθε φορά που ο κόσμος μοιάζει να ξαναγράφεται από την αρχή. Αφορμή, μια μεγάλη έκθεση στο Palazzo del Governatore της Πάρμα, που ξεδιπλώνει για πρώτη φορά το εσωτερικό της ταινίας. Σημειώσεις, σκίτσα, δοκιμές, ανέκδοτα πλάνα, μικρές ιστορίες που δεν πέρασαν ποτέ στην οθόνη. Όχι σαν αρχειακό υλικό, αλλά σαν κάτι ζωντανό, σαν να παρακολουθείς μια ταινία πριν ακόμη γίνει ταινία.
Το Novecento δεν ήταν ποτέ μια «κανονική» παραγωγή. Πάνω από πέντε ώρες διάρκεια, ένας χρόνος γυρισμάτων, ένα συνεργείο που έπαψε να δουλεύει πάνω στο φιλμ και άρχισε να ζει μέσα σε αυτό. «Το να ζεις και να κινηματογραφείς έγιναν το ίδιο πράγμα», λένε όσοι ήταν εκεί. Και αυτό φαίνεται. Στην υφή της εικόνας. Στην αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι στημένο, απλώς όλα συμβαίνουν.
Η Πάρμα δεν είναι απλώς σκηνικό. Είναι το ίδιο το σώμα της ταινίας. Ένας τόπος που κρατά ακόμη τη μνήμη ενός αγροτικού κόσμου που χάνεται, αλλά μέσα από το βλέμμα του Μπερτολούτσι μετατρέπεται σε κάτι μεγαλύτερο, μια αλληγορία για τον 20ό αιώνα, για την εξουσία, για τη βία, για τις τάξεις που συγκρούονται και ξανασχηματίζονται. Το Novecento θέλει να μιλήσει για τα πάντα. Για την εξουσία και την καταγωγή της. Για τη γη και εκείνους που την κατέχουν αλλά και για εκείνους που τη δουλεύουν. Για τον φασισμό, όχι ως ιστορική παρένθεση αλλά ως μηχανισμό που επιστρέφει. Μέσα από την ιστορία δύο αντρών, ενός γαιοκτήμονα και ενός αγρότη, η ταινία απλώνεται σε δεκαετίες, διατρέχοντας τον 20ό αιώνα σαν μια αφήγηση που δεν διαχωρίζει ποτέ το προσωπικό από το πολιτικό. Αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι μόνο η διάρκεια, πάνω από πέντε ώρες, αλλά η αίσθηση ότι η διάρκεια αυτή είναι αναγκαία. Δεν υπάρχει βιασύνη. Δεν υπάρχει οικονομία. Ο χρόνος εδώ λειτουργεί σαν πρώτη ύλη. Όπως η γη. Όπως η μνήμη.

Το καστ μοιάζει σήμερα σχεδόν απίθανο. Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Αλίντα Βάλι, Στεφανία Σαντρέλι, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ, σε ένα σύνολο που δεν φοβάται να αναμείξει επαγγελματίες και μη. Το αποτέλεσμα δεν είναι ρεαλισμός. Είναι κάτι πιο ακατέργαστο, είναι μια αίσθηση ζωής που ξεφεύγει από τον έλεγχο. Η μουσική του Ένιο Μορικόνε δεν λειτουργεί ως επένδυση αλλά ως μνήμη. Σαν κάτι που υπήρχε ήδη πριν την εικόνα και απλώς ήρθε να την συνοδεύσει.

Η ταινία αγαπήθηκε από την αρχή, αλλά ποτέ δεν υπήρξε «άνετη». Προκάλεσε αντιδράσεις, άνοιξε συζητήσεις, δεν άφησε κανέναν αδιάφορο. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ το έθεσε με έναν σχεδόν αφοπλιστικό τρόπο: «Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να γίνω Μπερτολούτσι, υπήρχε χώρος μόνο για έναν».
Η έκθεση στην Πάρμα ακολουθεί αυτή την πορεία από τη γέννηση έως την ολοκλήρωση του έργου, αλλά στην πραγματικότητα κάνει κάτι πιο ενδιαφέρον: αποδομεί την ιδέα της «ολοκλήρωσης». Δείχνει ότι το Novecento δεν ήταν ποτέ ένα κλειστό έργο. Ήταν ένα πεδίο όπου τέχνη, πολιτική, ιστορία και καθημερινότητα μπλέκονταν χωρίς σαφή όρια.

Και μέσα σε αυτό το πεδίο, υπάρχει και μια σχεδόν μυθική σκηνή. Την ίδια περίοδο, στην ίδια περιοχή, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι γυρίζει το Σαλό ή τις 120 Μέρες στα Σόδομα. Δύο σκηνοθέτες, δύο οπτικές για την εξουσία, σχεδόν αντικριστά. Το περίφημο ντέρμπι των συνεργείων δεν είχε ποτέ σημασία ως αποτέλεσμα. Σημασία είχε η ένταση. Το γεγονός ότι συνέβαινε.

Και ύστερα υπάρχουν οι λεπτομέρειες. Εκείνες που δεν γράφονται στα credits αλλά καθορίζουν το αποτέλεσμα. Η ενδυματολόγος Gitt Magrini δεν σχεδίαζε απλώς κοστούμια. Τα κατασκεύαζε πάνω στο σώμα του ηθοποιού, σαν να επρόκειτο για ζωντανά αντικείμενα. Ρούχα που κινούνται, που αλλάζουν, που ανήκουν στο σώμα και όχι στο σχέδιο. Μικρές λεπτομέρειες που εξηγούν γιατί το Novecento δεν μοιάζει με αναπαράσταση εποχής, αλλά με κάτι πιο απτό. Από το παιδικό καπέλο με τα βατραχάκια μέχρι τα βαριά παλτά των αστών, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Άλλωστε, δικό της ήταν και το αξέχαστο, ελαφρώς φθαρμένο καμηλό παλτό που έκανε τον Μάρλον Μπράντο εμβληματικό στο Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι.
Πενήντα χρόνια μετά, το Novecento δεν επιστρέφειια να τιμηθεί. Επιστρέφει γιατί εξακολουθεί να είναι χρήσιμο. Σε μια εποχή όπου η ιστορία μοιάζει να επιταχύνεται, όπου οι αφηγήσεις γίνονται όλο και πιο σύντομες, η επιμονή του έργου στη διάρκεια, στη λεπτομέρεια, στην πολυπλοκότητα, μοιάζει σχεδόν προκλητική. Ίσως αυτό να είναι και το πιο σύγχρονο στοιχείο του. Όχι το θέμα του, αλλά η στάση του απέναντι στον χρόνο. Γιατί το Novecento δεν ζητά να το δεις. Ζητά να μείνεις.





