Τον έχεις δει. Όχι μία φορά αλλά δεκάδες. Δεν θυμάσαι το όνομά του. Δεν εμφανίζεται μπροστά στην κάμερα. Αλλά χωρίς αυτόν ο Νονός δεν θα είχε σπίτι, το Αποκάλυψη Τώρα δεν θα είχε ζούγκλα και καμία από τις εικόνες που νομίζεις ότι θυμάσαι δεν θα στεκόταν όρθια. Με τον θάνατό του στις 23 Απριλίου στο Παρίσι, σε ηλικία 93 ετών, ο κινηματογράφος δεν έχασε απλώς έναν μεγάλο δημιουργό. Έχασε έναν τρόπο να φτιάχνονται οι κόσμοι του.
Ο Ντιν Ταβουλάρης δεν είναι απλώς σκηνογράφος. Είναι ο άνθρωπος που αποφασίζει πού θα σταθείς πριν καν μπεις μέσα στην ταινία. Η σχέση του με την εικόνα δεν ξεκίνησε ως φιλοδοξία. Ξεκίνησε με εικόνες που δεν καταλάβαινε. Παιδί στο Λος Άντζελες περνούσε χρόνο στα στούντιο της Twentieth Century Fox ακολουθώντας τον πατέρα του. Έβλεπε κόσμους να στήνονται μπροστά του: δρόμοι που δεν οδηγούσαν πουθενά, δωμάτια που υπήρχαν μόνο από τη μία πλευρά, ζωές που υπήρχαν μόνο για όσο κρατούσε ένα γύρισμα. Δεν ήξερε τι ακριβώς κοιτάζει. Αλλά το θυμόταν. Αργότερα θα έλεγε ότι κάπου εκεί μπήκε μέσα του ένας σπόρος. Όχι φιλοδοξία. Όχι κατεύθυνση. Κάτι πιο απλό: η αίσθηση ότι οι χώροι λένε ιστορίες πριν μιλήσουν οι άνθρωποι.

Πέρασε από τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, δύο τρόπους να μάθεις να σκέφτεσαι τον χώρο πριν τον γεμίσεις. Πριν φτάσει στους κόσμους του Κόπολα, είχε ήδη περάσει από στούντιο όπως η Disney, εκεί όπου το φανταστικό έπρεπε να μοιάζει απολύτως πειστικό. Όταν τελικά βρέθηκε στο Χόλιγουντ της μεγάλης παραγωγής, δεν κουβαλούσε τη λογική του διακοσμητή. Δεν τον ενδιέφερε να κάνει κάτι “όμορφο”. Τον ενδιέφερε να φτιάξει κάτι που να λειτουργεί.

Στις ταινίες του Φράνσις Φορντ Κόπολα -από τον Νονό μέχρι το Αποκάλυψη Τώρα– αυτό φαίνεται παντού ακόμη κι όταν δεν το προσέχεις. Τα δωμάτια δεν είναι φόντο. Είναι προεκτάσεις των χαρακτήρων. Το φως δεν φωτίζει απλώς. Οδηγεί το βλέμμα. Το βάθος δεν υπάρχει για να γεμίζει το κάδρο. Υπάρχει για να σε πείθει ότι ο κόσμος συνεχίζεται έξω από αυτό.

Αν προσπαθήσεις να θυμηθείς τον Νονό πιθανότατα δεν θα ξεκινήσεις από την πλοκή. Θα θυμηθείς ένα γραφείο. Βαριά ξύλα. Σκιές που κόβουν τα πρόσωπα. Ένα παράθυρο που δεν ανοίγει ποτέ. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι η αφήγηση χωρίς λόγια. Οι κόσμοι που δημιούργησε δεν ανήκουν μόνο σε ταινίες. Ανήκουν σε μια περίοδο του κινηματογράφου που σήμερα περιγράφεται σχεδόν με νοσταλγία, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις αρχές του ’80, όταν η εικόνα αποκτούσε βάθος πριν γίνει εφέ.

Ο Ταβουλάρης ανήκει στη γενιά που ουσιαστικά επινόησε τον σύγχρονο ρόλο του production designer. Πριν γίνει τίτλος, ήταν τρόπος σκέψης. Ένας συνδυασμός αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής και ενστίκτου που μετέτρεπε το σενάριο σε χώρο. Όχι σε εικόνα. Σε περιβάλλον. Ο ίδιος δεν μιλούσε ποτέ για τη δουλειά του με ρομαντισμό. «Το 90% είναι εκτέλεση», είχε πει. «Το υπόλοιπο είναι δημιουργία». Δεν το έλεγε για να μειώσει τη μαγεία. Το έλεγε για να την εξηγήσει. Η εικόνα που μένει δεν γεννιέται από έμπνευση. Γεννιέται από αποφάσεις μικρές, επίμονες, σχεδόν αόρατες.

Στο Αποκάλυψη Τώρα, όπου η παραγωγή έμοιαζε να κινείται διαρκώς στο όριο, αυτή η λογική έγινε αναγκαία. Τίποτα δεν ήταν σταθερό. Ο καιρός, οι ηθοποιοί, τα γυρίσματα. Εκεί ο ρόλος του δεν ήταν να επιβάλει τάξη. Ήταν να δημιουργήσει έναν κόσμο που μπορούσε να αντέξει το χάος. Να μην κατασρέφεται, ακόμη κι όταν όλα γύρω του αλλάζουν.
Ο Ταβουλάρης ανήκε σε μια γενιά που έφτιαχνε κόσμους με υλικά, φως και φυσική παρουσία και όχι με layers. Με τον θάνατό του ίσως εξαφανίζεται και αυτός ο τρόπος δουλειάς. Όταν αργότερα απομακρύνθηκε από τη βιομηχανία και επέστρεψε στη ζωγραφική δεν άφησε πίσω του αυτό τον τρόπο δουλειάς Οι εικόνες του μοιάζουν ήσυχες αλλά δεν είναι άδειες. Κουβαλούν την ίδια αίσθηση ότι κάτι υπάρχει πέρα από το κάδρο. Σαν να έχει φύγει η κάμερα αλλά να έχει μείνει ο κόσμος.
Ο Ταβουλάρης δεν προσπάθησε ποτέ να εντυπωσιάσει. Προσπάθησε να πείσει. Να μας κάνει να πιστέψουμε ότι αυτό που βλέπουμε υπάρχει, ακόμα κι αν ξέρουμε ότι δεν υπάρχει. Είναι ο λόγος που όταν θυμόμαστε μια ταινία, δεν θυμόμαστε πάντα τι έγινε. Θυμόμαστε πού έγινε.




