Skip to main content

Κάθε μεγάλη ιστορία, κάποια στιγμή, παύει να είναι «βιβλίο» και γίνεται έδαφος. Ένα έδαφος με χαραγμένα μονοπάτια, με πατημασιές γενεών, με μνήμες που δεν ανήκουν πια σε εκείνον που τις έγραψε, αλλά σε εκείνους που τις χρειάζονται. Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του J.R.R. Tolkien ξεκίνησε ως μια μυθολογία, ένα παραμύθι με βάρος, μια περιπέτεια με ηθική, ένας χάρτης όπου το καλό και το κακό φαίνονται καθαρά από ψηλά. Έπειτα έγινε παγκόσμιο σινεμά, έπειτα brand, έπειτα κοινός πολιτιστικός κώδικας και σήμερα, πιο περίεργα από ποτέ, έγινε και χώρος ιδεολογικής σύγκρουσης. Δεν αλλάζει η ιστορία. Αλλάζει η διεκδίκησή της.

Κάποτε ήταν εύκολο να περιγράψεις τον «τυπικό» Tolkien fan. Λίγο nerd, λίγο ρομαντικός, λίγο χίπης, λίγο βιβλιοφάγος που ήξερε τις λέξεις σαν ξόρκια και τις διαδρομές σαν προσευχές. Σήμερα, ένα κομμάτι του fandom είναι πιο δυνατό, πιο θορυβώδες, πιο εξουσιαστικό και σε αρκετές περιπτώσεις πιο δεξιό. Η μετακόμιση δεν έγινε μέσα σε μία νύχτα. Έγινε όπως γίνονται όλα στη σύγχρονη πολιτική. Με memes, με σύμβολα, με μια αργή μετατόπιση όπου η αισθητική προηγείται της ιδεολογίας και μετά η ιδεολογία έρχεται να φορέσει το κοστούμι που ήδη ράφτηκε. Και κάπου εκεί, η Μέση Γη με τους βασιλιάδες της, τις γενεαλογίες της, τους «ευγενείς» της, τις φυλές της και τον πόθο για μια παλιά τάξη πραγμάτων, άρχισε να διαβάζεται σαν κάτι περισσότερο από λογοτεχνία: σαν εργαλείο ταυτότητας.

Δεν είναι θεωρία. Είναι συμπτώματα που έχουν ονόματα. Ο Πίτερ Τιλ, εμβληματική μορφή της Silicon Valley, δεν περιορίστηκε να αγαπά τον Tolkien. Μετέτρεψε τη Μέση Γη σε εταιρική γλώσσα, σε ονοματολογία ισχύος, σαν να παίρνει στοιχεία μιας μυθολογίας και να τα κάνει πινακίδες σε ουρανοξύστες. Ο Τζέι Ντι Βανς έχει μιλήσει ανοιχτά για το πώς το έργο τον «έφτιαξε» ιδεολογικά, όχι ως παιδική ανάμνηση, αλλά ως οπτική για τον κόσμο. Η Τζόρτζια Μελόνι, από την πλευρά της, ανήκει σε μια ιταλική πολιτισμική γραμμή που είχε ήδη «παίξει» με τον Tolkien ως σύμβολο. Κατασκηνώσεις, cosplay, τελετουργίες μιας νεανικής πολιτικής που ήθελε να ντύσει τον εαυτό της με μύθο για να φαίνεται λιγότερο ωμή. Και κάπου εκεί, έρχεται η πιο σκοτεινή εκδοχή. Η Μέση Γη γίνεται μεταφορά για σύνορα, όταν το Shire γίνεται «μικρή ειρηνική πατρίδα» και οι «άλλοι» γίνονται ορδές, όταν οι ορκ παύουν να είναι μυθοπλασία και γίνονται βολικό λεξιλόγιο για την πραγματικότητα. Εκεί, το βιβλίο δεν είναι πια βιβλίο. Είναι πολιτική μηχανή.

Το εύκολο θα ήταν να πούμε, «τους ξέφυγε, δεν κατάλαβαν τον Tolkien». Ότι πρόκειται για μια χοντροκομμένη παρεξήγηση, όπως συμβαίνει όταν κάποιοι παίρνουν μια σάτιρα για εγχειρίδιο. Αλλά ο Tolkien δεν είναι τόσο απλός, και γι’ αυτό ακριβώς είναι επικίνδυνα χρήσιμος. Ναι, ο πυρήνας του έργου έχει μια ισχυρή αντι-εξουσιαστική προειδοποίηση. Η δύναμη διαφθείρει, η επιθυμία για έλεγχο είναι πειρασμός, το δαχτυλίδι σε κάνει τέρας όταν το θες «για καλό σκοπό». Ναι, η νίκη έρχεται μέσα από τους μικρούς, τους ταπεινούς, τους αδύναμους, όχι από τους αυτοκράτορες. Αλλά ταυτόχρονα, ο κόσμος του Tolkien είναι και ένας κόσμος ιεραρχιών, «ευγενών» γενεών, αίματος και πεπρωμένου, ένας κόσμος όπου οι λαοί μοιάζουν συχνά να κουβαλούν ηθική «ουσία» σαν χαρακτηριστικό είδους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Tolkien έγραψε πολιτικό πρόγραμμα. Σημαίνει κάτι πιο ύπουλο. Το κείμενο επιτρέπει σε έναν αναγνώστη να «κόψει» το κομμάτι που τον βολεύει και να το παρουσιάσει ως ολόκληρο.

Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία που θα έκανε τον ίδιο τον Tolkien να μορφάσει. Ο Tolkien δεν ήθελε αλληγορίες, δεν ήθελε κλειδιά και μεταφράσεις της πραγματικότητας πάνω στο έργο του. Ήθελε, όπως έλεγε, μια ιστορία που ο αναγνώστης μπορεί να την «εφαρμόσει» στη ζωή του, να την πάρει και να την ακουμπήσει πάνω στις εμπειρίες του. Αυτό ακούγεται γενναιόδωρο. Αλλά η γενναιοδωρία είναι πάντα διπλής κατεύθυνσης. Αν ο αναγνώστης είναι ελεύθερος, τότε και ο ιδεολόγος είναι ελεύθερος. Κι έτσι η ιστορία περνά σε μια νέα φάση. Δεν είναι πια «τι εννοούσε ο Tolkien», αλλά «τι χρειάζεται να εννοεί σήμερα για να υπηρετήσει ένα αφήγημα».

Γι’ αυτό και η σύγχρονη Δεξιά, σε διάφορες εκδοχές της, αγαπά τον Άρχοντα με τρεις πολύ συγκεκριμένους τρόπους. Πρώτον, ως μυθολογία παρακμής, την ιδέα ότι ο κόσμος «πέφτει», ότι η παράδοση χάνεται, ότι κάτι καθαρό απειλείται και χρειάζεται επιστροφή. Δεύτερον, ως ηρωισμό της ιεραρχίας, όπου ο κόσμος μοιάζει να έχει φυσική τάξη πραγμάτων και οι «σωτήρες» εμφανίζονται με σπαθί, τίτλο και πεπρωμένο. Και τρίτον, ως φαντασίωση καθαρών συνόρων, ένα Shire που υπάρχει μόνο επειδή κάποιοι στέκονται στις πύλες, έξω από το κάδρο, «σκληροί» και αόρατοι, για να κρατούν μακριά τους εισβολείς. Σε αυτή τη χρήση, το πρόβλημα δεν είναι η μυθολογική μεταμφίεση ή οι αναφορές. Το πρόβλημα είναι η στιγμή που η μυθοπλασία γίνεται ηθικό άλλοθι: «δεν είμαι ρατσιστής, απλώς προστατεύω το Shire», «δεν είμαι αυταρχικός, απλώς χρειάζονται φύλακες», «δεν είμαι μισαλλόδοξος, απλώς έτσι λειτουργεί ο κόσμος».

Και κάπου εδώ, η συζήτηση σταματά να είναι φιλολογική και γίνεται πολιτική με την πιο απλή έννοια. Ποιος χρησιμοποιεί τον Tolkien για να μιλήσει για ανθρώπους, για δικαιώματα, για σύνορα, για φόβο. Η μεγαλύτερη ιστορία δεν είναι ότι η Δεξιά «πήρε» τον Tolkien. Η μεγαλύτερη ιστορία είναι ότι ο Tolkien είναι αρκετά μεγάλος ώστε να τον διεκδικούν όλοι, και ότι αυτή η διεκδίκηση δεν είναι αθώα. Το δαχτυλίδι του Tolkien διαφθείρει όποιον το θέλει πολύ. Σήμερα, πολλοί δεν θέλουν το δαχτυλίδι. Θέλουν το ίδιο το βιβλίο, σαν να είναι εξουσία. Και ίσως, αν υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσουμε από τη Μέση Γη, δεν είναι ποιος έχει «σωστή» ερμηνεία, αλλά πόσο εύκολα μια ωραία ιστορία μπορεί να γίνει ο χάρτης για να δικαιολογήσεις το σκοτάδι.