Ο Μάριο Μπανούσι τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας για το 2026, μία από τις σημαντικότερες διεθνείς διακρίσεις στο σύγχρονο θέατρο. Η απόφαση ανακοινώθηκε στις 21 Ιανουαρίου από το διοικητικό συμβούλιο της Μπιενάλε, έπειτα από εισήγηση του καλλιτεχνικού διευθυντή του τομέα Θεάτρου, Γουίλεμ Νταφόε. Ο Αργυρός Λέοντας απονέμεται σε δημιουργούς που συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση νέων σκηνικών γλωσσών. Στο σκεπτικό της βράβευσης, ο Νταφόε αναφέρεται σε ένα θέατρο βαθιά προσωπικό αλλά ταυτόχρονα καθολικό, το οποίο αντλεί από εμπειρίες πένθους, απώλειας, μνήμης και οικογενειακών τελετουργιών. Η σκηνική γραφή του Μπανούσι περιγράφεται ως ποιητική και ελλειπτική, βασισμένη περισσότερο στη σιωπή παρά στον λόγο, χωρίς όμως να χάνει τη δύναμη της επικοινωνίας. Η μνήμη, οι ήχοι της καθημερινότητας και οι μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις λειτουργούν ως δομικά στοιχεία ενός θεάτρου που κινείται ανάμεσα σε ριζοσπαστικό ρεαλισμό και αφαιρετικές, σχεδόν ονειρικές διαστάσεις.

Το θέατρο του Μπανούσι απορρίπτει συνειδητά τον λόγο ως κυρίαρχο αφηγηματικό εργαλείο. Όχι από άρνηση, αλλά από πεποίθηση ότι οι λέξεις συχνά περιορίζουν όσα το σώμα, η εικόνα και ο ήχος μπορούν να αποκαλύψουν. Η αφήγηση προκύπτει μέσα από τη διαδοχή εικόνων και πράξεων, αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει το νόημα μέσα από τη δική του εμπειρία. Πρόκειται για ένα θέατρο που δεν εξηγεί, αλλά ενεργοποιεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης είναι το Mami, ένα άφωνο, εικονοκεντρικό έργο που εστιάζει στη σχέση φροντίδας μεταξύ σωμάτων και γενεών, στην εναλλαγή ρόλων ανάμεσα σε αυτόν που φροντίζει και σε εκείνον που χρειάζεται φροντίδα. Χωρίς γραμμική αφήγηση ή λεκτική καθοδήγηση, το έργο ξεδιπλώνεται ως μια ποιητική ακολουθία εικόνων, όπου το συναίσθημα προηγείται της κατανόησης. Η τελετή απονομής των βραβείων θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του 54ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου της Βενετίας, από τις 7 έως τις 21 Ιουνίου 2026, στην έδρα της Μπιενάλε στο Ca’ Giustinian. Τον Χρυσό Λέοντα, ως βραβείο συνολικής προσφοράς, θα λάβει η Ιταλίδα σκηνοθέτρια θεάτρου και όπερας Έμμα Ντάντε.

Σε προσωπική του ανάρτηση, ο Μάριο Μπανούσι χαρακτήρισε τη βράβευση ως μια στιγμή βαθιάς μνήμης και αναστοχασμού, αναφερόμενος στη μεταναστευτική διαδρομή της οικογένειάς του, στα παιδικά του χρόνια στην Αλβανία και στις αμφιβολίες που συνόδευσαν τα πρώτα του βήματα. Τόνισε ότι η διάκριση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση του λόγου για τον οποίο δημιουργεί, αλλά και ως ώθηση για τη συνέχεια.
Γεννημένος το 1998, μεγαλωμένος στην Αλβανία έως την ηλικία των έξι ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα, ο Μπανούσι αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Από νωρίς ανέπτυξε μια διακριτή σκηνική ταυτότητα, κινούμενος ανάμεσα στο θέατρο, την περφόρμανς και την κινηματογραφική εικόνα. Το 2017 συνεργάστηκε ως βοηθός του Ευριπίδη Λασκαρίδη στην performance THIRIO, ενώ το 2021 παρουσίασε την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, Pranvera, η οποία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο (TIFF).

Η θεατρική του διαδρομή συνδέεται στενά με μια άτυπη τριλογία έργων γύρω από την οικογένεια και την απώλεια. Το Ragada αποτέλεσε την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, ενώ το Goodbye Lindita, που παρουσιάστηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ελληνικά έργα των τελευταίων ετών, παραμένοντας στο ρεπερτόριο για τρία χρόνια και ακολουθώντας εκτενή διεθνή πορεία. Ακολούθησε το Taverna Miresia – Mario Bella Anastasia, που γνώρισε θερμή υποδοχή σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού, και πιο πρόσφατα το Mami, το οποίο παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση τον Ιανουάριο του 2025 και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη.
Στο Φεστιβάλ Θεάτρου της Βενετίας, ο Μάριο Μπανούσι θα παρουσιάσει για πρώτη φορά ολοκληρωμένη την τριλογία των έργων του — Ragada, Goodbye Lindita και Taverna Miresia — υπό τον ενιαίο τίτλο Romance Familiare. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, τον ενδιαφέρει ένα θέατρο που οι άνθρωποι το νιώθουν πριν προσπαθήσουν να το ερμηνεύσουν· ένα θέατρο που ξεκινά από το προσωπικό, για να φτάσει στο κοινό και το ανθρώπινο.





