Skip to main content

Κάποτε η πολιτική παρουσιαζόταν ως τέχνη του εφικτού. Σήμερα είναι περισσότερο ένας διαγωνισμός για το ποιος θα φωνάξει πρώτος και ποιος θα καταφέρει να συμπυκνώσει πιο χοντροκομμένη αλαζονεία σε δεκατέσσερις λέξεις. Η δημοκρατία – εκείνη η κουρασμένη κυρία που ζητούσε διάλογο και υπομονή – έχει παραμεριστεί από ένα μοντέλο πολιτικής όπου οι θεσμοί θεωρούνται εμπόδιο και η λογική υπολείπεται της έντασης. Οι κανόνες της δημόσιας συζήτησης έχουν αντικατασταθεί από εφέ, τα επιχειρήματα από συνθήματα και η συνοχή από διαρκή επιθετικότητα. Η εποχή απαιτεί δράμα και απλότητα, όχι σκέψη και απόχρωση.

Τα άκρα δεν κερδίζουν επειδή έχουν βάθος ή στρατηγική. Κερδίζουν επειδή προσφέρουν την πιο εύπεπτη εξήγηση για έναν περίπλοκο κόσμο. Κάποιος άλλος φταίει. Και αυτό λειτουργεί σαν παυσίπονο για κοινωνίες κουρασμένες από κρίσεις, ανασφάλεια και αντιφάσεις. Η εποχή μας δεν αντέχει την πολυπλοκότητα. Την απορρίπτει ως ύποπτη, ως “ελιτίστικη”. Θέλει απλές απαντήσεις, θέλει έναν εχθρό, θέλει να δείχνει με το δάχτυλο. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η μετριοπάθεια μοιάζει ξαφνικά με μειονέκτημα, όχι επειδή δεν έχει επιχειρήματα, αλλά επειδή η εποχή δεν έχει διάθεση να τα ακούσει.

Ο μετριοπαθής σήμερα είναι σαν τον μοναδικό νηφάλιο σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους που τσακώνονται για εντυπώσεις, ξέρει ότι έχει δίκιο, ξέρει ότι υπάρχει λογική, αλλά κανείς δεν είναι εκεί για να την ακούσει. Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν η λογική· είναι ότι η λογική δεν παράγει την άμεση ντοπαμίνη του ψηφιακού καυγά. Δεν είναι θεαματική, δεν είναι viral, δεν είναι χειροκροτήσιμη. Στην εποχή των social media, η απόχρωση αντιμετωπίζεται σαν αδυναμία, ενώ ο φανατισμός μασκαρεύεται σαν πυγμή.

Και όμως, η ιστορία έχει μια αλλόκοτη εμμονή με την επανάληψη: μετά από κάθε περίοδο φανατισμού και υπεραπλούστευσης, οι κοινωνίες πάντα επιστρέφουν σ’ εκείνους που δεν φώναζαν, δεν κραύγαζαν, δεν απειλούσαν. Από την πτώση των Ιακωβίνων στη Γαλλία μέχρι την ανασυγκρότηση της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κι από το τέλος του Μακαρθισμού έως τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, το μοτίβο είναι ίδιο. Τα άκρα καταρρέουν από το ίδιο τους το βάρος και το κέντρο καλείται να συμμαζέψει τα συντρίμμια. Πάντα καταλήγουμε να ζητούμε ανθρώπους που μπορούν να ξαναχτίσουν τα θεμέλια της κοινής ζωής, και σχεδόν πάντα αυτοί οι άνθρωποι είναι οι μετριοπαθείς, αυτοί που άντεξαν να μείνουν λογικοί μέσα στη φασαρία.

Η κοινωνική κόπωση λειτουργεί σαν καταλύτης. Όσο η ανασφάλεια μεγαλώνει, τόσο ενισχύεται η ανάγκη για “μεγάλες” και “ξεκάθαρες” υποσχέσεις. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για ηγέτες που υπόσχονται ότι θα λύσουν τα πάντα μόνοι τους, γρήγορα, δραστικά, χωρίς να χαραμίζουν χρόνο σε θεσμούς ή διαδικασίες. Η πραγματικότητα, όμως, έχει την κακή συνήθεια να εκδικείται τις απλοποιήσεις. Και οι κοινωνίες, αφού δοκιμάσουν την ευκολία του θυμού, ανακαλύπτουν ότι τελικά πρέπει να επιστρέψουν στη δύσκολη δουλειά της συνεννόησης.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας. Η μετριοπάθεια, που συχνά λοιδορείται ως χλιαρή, είναι στην πραγματικότητα η πιο γενναία θέση. Το να πας κόντρα στο ρεύμα του φανατισμού δεν είναι ουδέτερο, είναι επικίνδυνο. Το να επιμείνεις ότι τα πράγματα είναι περίπλοκα όταν όλοι ζητούν απλότητα είναι πράξη αντίστασης. Το να αρνηθείς την τοξική βεβαιότητα όταν η εποχή τη λατρεύει, είναι πράξη πολιτικής συνείδησης. Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει τις ιαχές, το να μιλάς κανονικά είναι σχεδόν επαναστατικό.

Ίσως τελικά το πιο ριζοσπαστικό που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να αρνηθούμε τη βία της απλούστευσης. Να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Να συνεχίσουμε να μιλάμε λογικά όταν όλοι οι άλλοι έχουν μετατρέψει τον δημόσιο λόγο σε διαγωνισμό εντυπώσεων. Ο κόσμος δεν σώθηκε ποτέ από αυτούς που φώναζαν περισσότερο. Σώθηκε από αυτούς που συνέχισαν να σκέφτονται όταν όλοι οι άλλοι σταμάτησαν.